Ο Αντρέας εσηκώθηκε, μισοτζοιμισμένος να ανοίξει. Στην πόρτα ήταν ο Βασίλης, παλιός , καλός του φίλος τζιαι συνάδελφος.
Δουλεία συνήθως επίανναν στις εννία τζιαι ο Βασίλης εν ήταν άνθρωπος που θα έχαννε έστω τζιαι ένα δευτερόλεπτο που τον ύπνο του, εκτός τζιαι αν υπήρχε σημαντικός λόγος.
Εκάθετουν πάνω στο κίτρινο ντιβάνι δίπλα που το παράθυρο για πολλή ώρα. Τα πόδια της, διπλωμένα πάνω, με τα γόνατα της να αγγίζουν το πηγούνι της τζιαι το κεφάλι της, ακουμπημένο στο θολό, που την ξαφνική βροχή του Απρίλη, παράθυρο.
Αμήχανα με τα δάκτυλα της, εζωγράφιζε την υγρασία, αμίλητη, μυστήρια, κλειστή τζιαι σφιγμένη σαν κογχύλι στο βάθος της θάλασσας. Τζιαι τόσο όμορφη, τόσο απλά, τόσο γλυκά, τόσο ήρεμα, τόσο αφοπλιστικα όμορφη.
Εσηκώθηκε που το πεζούλι, μπροστά που το σπίτι του τζιαι εγύρισε πίσω του να ρίξει μια τελευταία μαθκία.
Ο τζίρης του είπε του, να μεν γυρίσει πίσω του, αν αποφασίσει να φύει. Κάτι μέσα του όμως εν τον άφηνε να φύει χωρίς να παρατηρήσει λλίο την αυλή που τον ανάγιωσε.
Το γιασεμί που εσκαρφάλωνε πας το παλίο, σιδερένιο, στίρηγμα, που άμα άνθιζε έμοιαζε με σιντριβάνι που αντι για νερό, ανάβλιζε ανθούς τζιαι μυρωθκίες. Το ψηλό, κακτοειδές φυτό, που το επλήγωνε με τα νίσια του, τζιαι έτρεσιε ένα άσπρο γάλα που εκολλίτσιαζε. Την τριανταφυλλία, τα σκυλλάκια, τα μάρμαρα της εισόδου, το λάστιχο του νερού.
Άψυχα αντικείμενα τζιαι φκίορα, που ήταν ο κόσμος του, όσο εμεγάλωνε.
Εκούμπησε το αγιωμένο του Zastava πάνω στα κάντζιελλα της υπερυψωμένης.
Άφηκε το σιδερένιο κράνος του στο πάτωμα τζιαι έγειρε στην μια πλευρά του κουβούκλιου να ξεκουραστεί.
Το κωλοκράνος…
Άνοιξε την εξάρτηση τζιαι έφκαλε που τες φυσιγγιοθήκες το πακκέτο με τα τσιγάρα του. Το πρώτο τσιγάρο της σκοπιάς. Εσυνήθiζε να κάμνει τέσσερα (μπορεί τζιαι παραπάνω, αλλά σίουρα τέσσερα) σε κάθε νούμερο.
Το παλίο το ΓΣΠ, που έσιει τόσα χρόνια που κάθετε τζιαι εν αποφασίζει κανένας τί εννα το κάμουμε, τελικά εγίνηκε drive in cinema.
Όπως τα έργα τα Αμερικάνικα, στην δεκαετία του 50. Με την διαφορά ότι οι γενέτζιες εν θα φορούν πολύχρωμα, μακριά φορέματα με φουρό τζιαι εν θα έχουν μαλλία με φράντζα τζιαι τα κάπριολε τα αυτοκίνητα εννα εν Μερσεντές τζιαι ΠιΕμΤαπλουγιού τζιαι όχι Μόρρις τζιαι Τράιαμφ.
Τούτο το σέταπ, έσιει πολλά πλεονεκτήματα, εκτός που τα κλασσικά και αυτονόητα του σινεμά.
Έσιει τζιαιρό που το λαλώ. Κάτι τρώμε μες τούτη τη χώρα που εν πειραγμένο. Κάτι εν χαλασμένο μες τα φαγία μας, γενικά κάτι μπουκκώνουμε που εν προβληματικό.
Εν τα σουβλάκια, εν τα αναψυκτικά, εν ταγάλατα, τα χαλλούμια. Εν ξέρω, ακόμα εν εκατέληξα. Είμαι σίουρος όμως ότι κάτι πάει στραβά με την διατροφή μας.
Σε όσους το λαλώ γελούν τζιαι πιστεύκουν ότι υπερβάλλω τζιαι παρανοώ. Το θέμα εν ότι εγώ σοβαρολογώ τζιαι επιμένω ότι συμβαίνουν πράματα γυρώ μας, τα οποία κάμνουν με να πιστεύκω ότι υπάρχουν ουσίες μες τα φαγία μας που μας προκαλούν προβλήματα υγείας.
Εκατέβαινα το κατήφορο του αυτοκινητόδρομου, από Κοκκινοτρυμιθία προς την Λευκωσία. Πριν τα φώτα του Απολλώνιου, επρόσεξα την εκκλησία της Αγίας Σοφίας, η οποία ξεχωρίζει που τα άλλα κτήρια της περιοχής.
Μεγάλη τζιαι εντυπωσιακή. Αντάξια τζιαι εφάμιλλη της αντίστοιχης εκκλησίας που βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη τζιαι εμετατράπηκε σε τζαμί που τους Οθωμανούς. Ένα κτήριο, σχεδόν όσο εν ένα γήπεδο του μπάσκετ ή όσο εν ένα δημόσιο νηπιαγωγείο ή όσο εν μια δημόσια πισίνα ή ακόμα όσο εν ένα πάρκο με τραμπάλες, παγκάκια τζιαι τσουλήθρες για να παίζουν τα μωρά.