Archive

Archive for the ‘Ιστορίες’ Category

Οι κανονικοί άνθρωποι

Μαρτίου 11th, 2010 7 comments

Έσιει ανθρώπους που άμα ακούν μουσική κλαμουρίζουνται. Ακόμα τζιαι άμα ακούν κοινότυπα, χιλιοειπωμένα τραγούδια που μιλούν για τα ίδια τζιαι τα ίδια. Σάννα τζιαι ένα δάκτυλο πατά ένα κουμπί στην ψυσιή τους.

Επίσης, έσιει ανθρώπους, που άμα τρών νιώθουν άσιημα. Ακόμα τζιαι νηστικοί να εν ούλλη μέρα, μόλις βάλουν ένα βούκκο φαι μες το στόμα τους, νιώθουν ότι εν λαίμαργοι τζιαι ότι εν έπρεπε να φαν επειδή εννα πασιήνουν. Έσιει τζιαι κάποιους που άμα κάτσουν να φάν, τρών σάννα τζιαι εν θα ξαναφάν ποττέ στην ζωή τους. Τζιαι εν εντάξει.

Ξέρω επίσης, ότι κάποιοι άνθρωποι, μινήσκουν μόνοι τους στο σπίτι τζιαι κάθουνται ούλλη νύχτα μπροστά που μια οθόνη. Τζιαι ότι δείχνει καταπίνουν το σαν το ναρκωτικό. Μόνοι τους. Αλλά εν τους ενοχλεί. Επειδή, νιώθουν ότι εν μπορούν χειριστούν τον κόσμο έξω τζιαι προτιμούν να ακούν τζιαι να θωρούν παθητικά. Έτσι τους αρέσκει όμως.

Υπάρχουν άνθρωποι, που νομίζουν ότι εν οι θεοί του σεξ. Τζιαι παν κάθε νύχτα έξω με σκοπό να έβρουν κάποιο ή κάποια τζιαι να τους το αποδείξουν. Τζιαι άμα εν τα καταφέρουν, μαραζώνουν τζιαι νιώθουν ανίκανοι. Κάποιοι άλλοι, νομίζουν ότι έννεν καλοί τζιαι απλά αποφεύγουν όσο μπορούν να το κάμνουν. Φοούνται ότι εννα το ανακαλύψει ο κόσμος τζιαι εννα τους περιπαίζει. Άλλοι απλά βαρκούνται το τζιαι προτιμούν να διαβάζουν.

Έσιει πλάσματα, που εν πάντα νευριασμένα, που εν πάντα αγχωμένα με την δουλεία, με το σπίτι, την οικογένεια. Που αν τους πίαεις που την μούττη εννα εκραγούν τζιαι όποτε κάτσουν να πνάσουν, διερωτούνται τί θα γίνει, αν η αυριανή μέρα έννεν όπως την υπολογίζουν. Κάποιοι που τούτους απότυχαν τζιαι η ζωή εγονάτισε πάνω στα ζηνίσια τους, όπως τον βοσκό που μάσιετε να σφάξει το αρνί. Εν είχαν άλλη επιλογή όμως τζιαι επροσπαθήσαν να ξανασταθούν στα πόθκια τους.

Κάποιοι, ζουν μια δεύτερη ζωή. Που ο ήρωας εν ο εαυτός τους. Αλλά στην ζωή τζείνη, εν παν κάθε μέρα δουλεία. Ούτε τζιαι βουρούν τους οι τράπεζες για να πιερώσουν την δόση τους. Γυρίζουν τον κόσμο άνεννοιας τζιαι εν έτοιμοι να κάμουν τα πάντα χωρίς να σκέφτουνται τα ρίσκα τζιαι τες συνέπειες.

Έσιει τζιαι κάποιους ανάμεσα μας, που άμα ακούσουν ότι εσυνέβηκε κάτι καλό στους άλλους, βαθκιά μέσα τους ζηλεύκουν. Επειδή νιώθουν ότι κάτι τέθκοιο εν θα τους συμβεί ποττέ. Εν το δείχνουν όμως τζιαι διούν συγχαρητήρια τζιαι προσπαθούν όσο μπορούν να εν χαρούμενοι για την ευτυχία των άλλων. Τζιαι εν υποκρίνουνται, απλά εύχονται να εσυνέβαινε τζιαι σε τζείνους κάποτε κάτι παρόμοιο.

Υπάρχουν ανθρώποι, που εν θα σου πουν ποττέ, σ’ αγαπώ. Φίλοι σου, συγγενείς σου, σύντροφοι σου. Έστω τζιαι αν μέσα τους, ξέρουν το ότι αγαπούν σε παραπάνω που την ζωή τους τζιαι εννα εδιούσαν τα πάντα για σένα. Η λέξη τούτη δυσκολεύκεται να φκεί που το στόμα τους αλλά εν γραμμένη πάνω στες πράξεις τους.

Κάποιοι, εν οι μεγαλύτεροι επιστήμονες στον κόσμο αλλά εν το ξέρουν, άλλοι έχουν μια ιδέα που μπορεί να αλλάξει το σύμπαν αλλά εν το λαλούν επειδή φοούνται ότι εν ηλίθια, μερικοί εν σπουδαίοι συγγραφείς αλλά ότι γράφουν φυλάουν το στα συρτάρκα τους τζιαι εν το θκιαβάζει ποττέ κανένας. Ούλλοι εννα πεθάνουν μια μέρα τζιαι εν θα μάθουμε ποττέ ούτε ποιοι ήταν, ούτε τι εννα εμπορούσαν να κάμουν.

Είπαν μου ότι υπάρχουν τζιαι άνθρωποι που εν κανονικοί, σαν τζείνους που θωρούμε στην τηλεόραση, αλλά εν εγνώρισα ποττέ κανένα που κοντά. ..

Η Γραμματέας

Μαρτίου 4th, 2010 10 comments

Η ιστορία που ακολουθεί είναι αληθινή.

Δεν είμουν μάρτυρας εγώ όμως των καταστάσεων που θα περιγράψω πιο κάτω. Την ιστορία την άκουσα απο κάποιο αδελφικό μου φίλο ο οποίος ήταν υπάλληλος στην εταιρεία που περιγράφω.

Τα πρόσωπα και οι τοποθεσίες έχουν τροποποιηθεί. Οι καταστάσεις και τα τεκτενόμενα όμως, δυστηχώς είναι πέρα για πέρα πραγματικά.

Στο διαφημιστικό γραφείο του Μιλτιάδη, ο Βαγγέλης εδούλεφκε βοηθός γραφίστα. Εν ήταν ακριβώς η δουλεία των ονείρων του, αλλά ήταν ένα εισόδημα που τον εσυντηρούσε ώσπου να έβρει τζείνο που πραγματικά ήθελε να κάμνει.

Το καλοκαίρι, η δουλειά εν πεσμένη. Ο παραπάνω κόσμος εν με διακοπές, οπόταν εν θωρεί πολλή τηλεόραση, έτσι τζιαι οι απαιτήσεις για διαφημιστικές υπηρεσίες εν λλίες. Τες παραπάνω ώρες στην δουλεία, το καλοκαίρι, ο Βαγγέλης περνά τες μες το ιντερνετ.

Μια μέρα σαν τες υπόλοιπες του καλοκαιριού, ο Βαγγέλης, εκάθετουν στο γραφείο του τζιαι φτιάχνοντας μπάλες με τες κόλλες του πρίντερ, έπαιζε μπάσκετ, χρησιμοποιώντας τον κάλαθο των αχρήστων που ήταν στον απέναντι τοίχο, για μπασκέτα.

Την ώρα που εκτύπησε το κουδούνι της εισόδου, ο Βαγγέλης ισορροπούσε την καρέκλα του στους δύο πίσω τροχούς τζιαι με το ένα χέρι εδοκίμαζε να σουτάρει. Επροσεδάφισε, άτσαλα την πλαστική καρέκλα με τις ρόδες τζιαι εσυκώθηκε βαριεστημένα να ανοίξει.

Πριν προλάβει να φτάσει στην έξοδο του γραφείου του, ο Μιλτιάδης ήταν ήδη στην κεντρική είσοδο τζιαι εκαλωσόριζε χαμογελώντας μια όμορφη κοπελιά. Ο Βαγγέλης, εντυπωσιάστηκε παραπάνω με την αντίδραση του Μιλτιάδη, παρά με την κοπέλα. Ο Μιλτιάδης, δεν άφηνε το γραφείο του για κανένα τζιαι για τίποτε. Ο βασικόττερος λόγος που έβαλε την αγγελία στην εφημερίδα, για γραμματέα, ήταν επειδή εβαρκέτουν να συκώννετε να κάμνει καφέ το πρωί. Τζιαι φυσικά για να έσιει κάποιο να μπορεί να διατάζει, αφού οι υπαλλήλοι του δεν τον εβάλλαν υπόψη όσο τζιαι αν εφώναζε.

Ήταν όμως τζιαι τζείνη πραγματικά όμορφη. Όχι πολλά ψηλή, μάλλον αλλοδαπή, σίουρα όχι Ρωσσίδα. Γύρω στα 30. Βαμμένα μαύρα μαλλιά, χτενισμένα άφρο. Ανοιχτά χρώματα, του ανατολικού μπλόκ, τζιαι χείλη έντονα κόκκινα, της δεκαετίας του 80. Το πόδια της επροσπαθούσαν να σκίσουν το στενό τζίν που τα εφυλάκιζε, ενώ το στήθος της , εσήκωνε υποδειγματικά την στενή, κοντή μπλούζα της, για να φαίνεται το σκουλαρίκι που είσιεν στον αφαλό. Το άρωμα της, έκαμνε την καρδιά κάθε αρσενικού να χάννει χτύπους ενώ τα τακκούνια της ανοίγαν τρύπες στην αυτοπεποίθηση κάθε γυναίκας που ήταν γυρώ της.

«Περάστε, περάστε», είπε ο Μιλτιάδης στην κοπέλα, ενώ στον δρόμο για το γραφείο του, εχαμογέλασε με νόημα στον Βαγγέλη τζιαι είπε αυστηρά «Να μεν με ενοχλήσει κανένας, έχω μίτινγκ». Ο Βαγγέλης εστραβοκοίταξε τον τζιαι αδιάφορα, επέστρεψε στις προηγούμενες του ασχολίες.

Μετά που δέκα λεπτά, ο Μιλτιάδης άνοιξε την πόρτα του γραφείου τζιαι εβούρησε προς τον Βαγγέλη. Πριν προλάβει να σταματήσει εξεκίνησε να του λαλεί «Είδες την τούτη ρε Βαγγέλη; Αμάναμουμάναμου, ήντα πράμα. Έξερα το ότι εν έτσι που την ώρα που την άκουσα στο τηλέφωνο. Όΐ όπως τες Κυπραίες που έρκουνταν ως τωρά. Τούτη δαμέ εννα μας κάμνει ότι θέλουμε. Τζιαι τον κώλο της εννα τον πίαννουμε, τζιαι αμα θέλουμε «τίποτε παραπάνω» εννα μας το κάμνει. Τζιαι εννα μας κάμνει τζιαι καφέ το πρωί.»

Ο Βαγγέλης εχαμογέλασε αμήχανα τζιαι επροσποιήθηκε ότι έσιει δουλειά για να τον ξεφορτωθεί. Ο Μιλτιάδης επέστρεψε με την ίδια ταχύτητα στο γραφείο του. Όΐ για πολλή ώρα όμως.

Μετά που κανένα τέταρτο, ο Μιλτιάδης τζιαι η κοπέλλα εφκήκαν που το γραφείο. Ούτε ο Μιλτιάδης εφαίνετουν ευχαριστημένος αλλά ούτε τζιαι τζείνη επετούσε που την χαρά της. «Ευχαριστούμε, θα σας ειδοποιήσουμε» είπε ο Μιλτιάδης, τζιαι με ύφος μωρού που το εβάλαν τιμωρία, ακούμπησε στην είσοδο του γραφείου του Βαγγέλη.

«Ε, τι έγινε;» ερώτησε ο Βαγγέλης.

Ο Μιλτιάδης, νευριασμένος, απογοητευμένος τζιαι πνιγμένος που το παράπονο, απάντησε «Θέλει μου τζιαι 600 ευρώ εν την κανούν τα άλλα ούλλα.»

Η Αντωνία

Φεβρουαρίου 19th, 2010 4 comments

"Πρέπει να το ζήσω. Εσκέφτηκα το σοβαρά ". Έτσι του είπε τζιαι εσηκώθηκε που το κρεβάτι του.

Εκοντοστάθηκε στην πόρτα, "Ρε Αντρέα μου, εγίνηκε τζιαι η σχέση μας μονότονη. Πότε σπίτι σου, πότε σπίτι μου. Εν πάμε πούποτε πλέον τζιαι άμα πάμε οπουδήποτε, η ώρα δώδεκα το πολλή νυστάζεις τζιαι θέλεις να φύουμε". Σάννα τζιαι έθελε να δικαιολογηθεί. Ακόμα τζιαι η ίδια εκαταλάβαινε ότι τούτο που του εζητούσε ήταν απρόσμενο τζιαι εγωιστικό.

"Κοίταξε, εν σημαίνει ότι εν σ’ αγαπώ. Ο Μάικ εσυνάρπασε με. Έκαμε με να νιώσω κάτι που έσιει χρόνια να το νιώσω. Τες τελευταίες μέρες εσυνδεθήκαμε πάρα πολλά τζιαι θέλω να είμαι ανοιχτή σε τζείνο που έσιει να μου δώκει. Μπορεί να σου ακούεται επιπόλαιο αλλά έτσι εν τα πράματα. Εν μπορώ να αλλάξω το πως νιώθω"

Ο Αντρέας εν έκαμε προσπάθεια να την μεταπείσει. Βαθιά μέσα του, ήξερε ότι η Αντωνία έκαμνε του χάρη που έφευκε έτσι.

Πέντε χρόνια εν εμπορούσε να κάμει τίποτε χωρίς την άδεια της, χωρίς να της το πει τζιαι να το εγκρίνει. Όι πως του είπε ποττέ, να μεν πάει έξω με τους φίλους του ή να μεν κάμει το δικό του. Πάντα είσιεν τον τρόπο της όμως να τους μειώνει τζιαι να τον κάμνει να νιώθει άσιημα.

"Οι φίλοι σου οι αχαΐρευτοι, οι φίλοι σου οι χασικλήες, οι φίλοι σου που νομίζουν ότι εν 18 χρονών ακόμα ενώ σχεδόν επατήσαν τα τριάντα".

Έτσι ο Αντρέας απέφευγε διακριτικά να θωρεί τους φίλους του. Απέφευγε ακόμα παραπάνω να την παίρνει μαζί του άμα θα ήταν τζιαι οι φίλοι του. Τζείνη είσιεν πάντα κατεβασμένα τα μούτρα της τζιαι εν εμιλούσε ποττέ.

Αμα επροσπαθούσε κάποιος να την προσεγγίσει ή να της πιάει κουβέντα, η Αντωνία, έβλεπε τον με ένα ψεύτικο χαμόγελο, μέσα που ένα παγωμένο γυαλί που έβαλλε μπροστά της. Ποττέ εν ανταπέδιδε τες φιλοφρονήσεις τζιαι ποττέ εν εδιούσε τροφή ή ευκαιρία για συζήτηση. Μια κούκλα, πίσω που μια βιτρίνα.

Ο Αντρέας έκαμνε προσπάθεια να τερκάσει μες το περιβάλλον της. Εδοκίμασε να μάθει λάτιν χορούς τζιαι να πηαίνει μαζί της στο Μάρκο Πόλο να χορεύκει. Έκοψε τα μαλλιά του τζιαι εξεκίνησε να βάλλει πουκάμισα στενά τζιαι παπούτσια, λουστρίνια, μουττερά.

Έφκεννεν έξω με την παρέα της. Εθώρεν παραπάνω φορές τα τιτίλλια τους φίλους της Αντωνίας, παρά τους παιδικούς του φίλους. Στες συζητήσεις μαζί τους, επροσπαθούσε να εκφέρει γνώμη. Ακόμα τζιαι αν το θέμα ήταν ηλίθιο τζιαι ανούσιο. Τζείνοι γενικά αντιμετωπίζαν τον σάννα τζιαι εν υπήρχε. Με ύφος "Που τον ήβρε τούτο η Αντωνία;" αγνοούσαν τον τζιαι εσυνεχίζαν την κουβέντα τους.

Πόσες νύχτες εκάθετουν πάνω σε μια καρέκλα, σιωπηλός, να σκέφτεται την παρέα του, τους φίλους του, την ζωή που έκαμνε πριν την Αντωνία. Μόλις όμως εθώρεν το πρόσωπο της, εμαγεύκετουν. Ένας διακόπτης μες το νού του, εγύριζε στο Off. Τζιαι η Αντωνία, εγίνετουν η ζωή του.

Έκλεισε την πόρτα πίσω της η Αντωνία τζιαι ο Αντρέας εμεινε μόνος του στο δωμάτιο πίσω που το σπίτι της μάνας του. Μετά που πέντε χρόνια. Μόνος του.

Έπιασε την κιθάρα του τζιαι εκούμπησε στον τοίχο. Εξεκίνησε να παίζει τες πρώτες συγχορδίες. "I keep a close watch on this heart of mine.." άναψε το μισό τσιγάρο που επερίμενε στο τασάκι που την προηγούμενη νύχτα. Εχαμογέλασε, μαζί με το τσιγάρο, ο διακόπτης εγύρισε στο On.

Categories: Ιστορίες, Πολίτης Tags:

Απουσία

Φεβρουαρίου 8th, 2010 3 comments

Εσχόλασε που την δουλεία, αλλά εν εβάσταν η καρδιά του να πάει σπίτι. Οι τελευταίες δέκα μέρες είναι μαρτύριο. Το σπίτι μοιάζει με φυλακή χωρίς τζείνη. Επικρατεί μια αμήχανη σιωπή, όπως το νεκροταφείο. Τζιαι στην ατμόσφαιρα νιώθει συνέχεια ότι κάτι εννα αλλάξει. Να χτυπήσει το τηλέφωνο, η πόρτα, να ακούσει βήματα. Κάτι που να σπάσει την μελαγχολία που τον πνίει.

Τίποτε όμως. Τζιαι οι ώρες περνούν, σαν ανθρωπάκια περπατούν μπροστά που την πολυθρόνα του, τζιαι η κάθε μια με τη σειρά της συστήνεται τζιαι κάθετε πάνω στο ξύλινο σιέρι της.

Κάθετε τζιαμέ τζιαι θωρεί τον μες τα μάθκια. Ώσπου να περάσει η σειρά της τζιαι να την αλλάξει η άλλη ώρα. Δέκα μέρες τωρά, εγνώρισε τες ούλλες. Τρείς το πρωί, πέντε το πρωί, έντεκα την νύχτα.

Η κάθε μια πιο αναίσθητη τζιαι πιο σκληρή που την προηγούμενη. Συνεχόμενα τζιαι σταθερά, μεταφέρουν την στιγμή που εννα ακούσει νέα της, ακόμα μακρύτερα.

Το σπίτι που πριν λλίο τζιαιρό ήταν το καταφύγιο του. Τωρά έγινε ένα παγωμένο τζιαι αφιλόξενο μέρος. Ούλλα πληγώνουν τον, ούλλα θυμίζουν του κάτι. Τζιαι καμιά γωνιά εν μπορεί να τον κρύψει, να τον προστατέψει. Τζοιμάτε ελάχιστα, σκέφτεται πολλά, κλαίει ακόμα παραπάνω.

Προτιμά να μεν μινήσκει μόνος του. Ο κόσμος βοηθά τον να ξεχάννει λλίο.

Νιώθει σάννα τζιαι εν πάνω σε μια σχεδία, στην μέση της θάλασσας. Ο κόσμος σε ένα καράβι που απομακρύνεται τζιαι τζείνος να πλατσουρίζει άτσαλα να το φτάσει. Βοηθά τον να συγκεντρώνεται αλλού, τούτη η προσπάθεια.

Προσπαθεί λοιπόν τούτη την μακρινή σχέση που έσιει πλέον με τον κόσμο, να την διατηρεί για όση παραπάνω ώρα γίνεται.

Επέρασε που το μπάρ. Έλπιζε να έσιει κόσμο. Έλπιζε επίσης να έρτει κάποιος να τον ρωτήσει, τι έσιει, τι του συμβαίνει. Σε κάποιον να ανοίξει την ψυσιή του τζιαι να του πεί. Ότι η γενέκα που αγαπούσε παραπάνω που οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, έφυε. Εμάζεψε τα πράματα της μια μέρα τζιαι έφυε. Εν είπε ούτε που πάει, ούτε αν θα ξαναέρτει πίσω.

Στον καναπέ στην γωνιά, λλίο πιο κάτω που ένα παλιό, κόκκινο φωτιστικό, εκάθετουν κάποιος γνωστός, παρέα με μια κοπελιά. Έκατσε τζιαι τζείνος λλίο σε ένα στούλ, με το πρόσωπο γυρισμένο προς το μπαρ, να μεν φανεί αδιάκριτος.

Με μικρές, κυκλικές κινήσεις, έπαιζε με το ποτήρι της μπύρας. Εθώρεν τον αφρό που εταξίδευκε, παγιδευμένος μέσα στο γυαλί, τζιαι ένιωσε τες σκέψεις του να σταματούν για λλίο. Ηρέμισε, για μερικά λεπτά εξέχασε.

Η λύπη όμως εν τον εξέχασε τζιαι το πρόσωπο του απότομα άρχισε να λίωνει. Τα μάθκια του, εστάζαν παράπονο τζιαι το κορμί του έτοιμο να εκραγεί. Έφυε βιαστικά που το μπαρ τζιαι εξεκίνησε να πάει σπίτι του.

Εξεκλείδωσε την εξώπορτα τζιαι εστάθηκε στην είσοδο. Το σπίτι εμύριζε καπνό τζιαι κλεισούρα.

Έκατσε σταυροπόδι στην πολυθρόνα του. Ούλλο το μαράζι της γης, απλώθηκε σαν σεντόνι πάνω στο κορμί του. Αργά την νύχτα, είδε την να κάθετε στον απέναντι καναπέ τζιαι να σπρώχνει τα κοντά της μαλλιά πίσω που το αυτί της.

Θυμήθηκε που την εκρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του. Ίσως να μεν την εκρατούσε όσο σφιχτά έπρεπε.

Categories: Ιστορίες, Πολίτης Tags:

Ο Μπούκκης

Ιανουαρίου 28th, 2010 5 comments

«Εχτές ρε φίλε, άνοιξα το μπούκκικο η ώρα 9 το πρωί. Είσιεν ένα τύπο, εκαρτέραν με πόξω. Σάννα τζιαι εθώρεν με όρομα την νύχτα. Τώρα να κάμω καφέ τζιαι να σου τα πω καλύτερα.»

Ο Πανίκκος, εν 23 χρονών. Δουλέφκει στο μπούκκικο του θείου του. Ετέλειωσεν την τεχνική σχολή αλλά εν εσπούδασε, εν του αρέσκαν τα γράμματα. Έκαμε λλίες δουλείες, ευκαιριακά, χωρίς να σκέφτεται το μέλλον. Ηλεκτρολόγος, ντελίβερι, σε περίπτερο. Σε κάποια φάση άνοιξε δουλεία δική του, έφερνε ηλεκτρονικά που την Κίνα τζιαι επούλαν. Σήμερα όμως, ούλλοι έχουν ίντερνετ τζιαι μπορούν να γοράζουν τα πράματα πιο φτηνά.

Ο θείος του, άμα τζιαι είδεν τον πως εν έκαμνε χαΐρι μόνος του, έπιασε τον που κοντά να του δουλέφκει στο μπούκκικο. Πάει το πρωί τζιαι ανοίει το τζιαι σχολάνει το απόγευμα.

«Κάθουμαι ούλλη μέρα», λαλεί, «ποσκολιούμαι μες το ίντερνετ, παίζω κανένα κουπόνι τζιαι πιερώνουμε τζιόλας. Εννα με πάρει ως πάρατζει τζιαι μετά θωρώ τι εννα κάμω.»

Έφερεν τον καφέ τζιαι έκατσε στο τραπεζάκι μου.

Γυρώ μας, τηλεοράσεις. Πρέπει να είσιεν καμια 30ρκα, ποτζείνες τες λεπτές τζιαι τες μεγάλες. Τι χρώμα ήταν ο τοίχος δεν εκαταλάβαινες, που τες πολλές που είσιεν. Τζιαι καμπόσα κομπιούτερ σε σειρά, πάνω σε ένα πάγκο με σχήμα Π.

Οι τοίχοι του, ένα ψηφιδωτό τεχνολογίας. Τζιαι τα χρώματα του ψηφιδωτού, αππάροι, αριθμοί, μάππες τζιαι διάφορα άλλα που εν εκατάλαβα. Ο παράδεισος του κουμαρτζή.

Ο Πανίκκος εσυνέχισε την κουβέντα. «Άνοιξα την πόρτα που λαλείς τζιαι έδωκε μέσα ο παρέας. Εθυμούμουν τον που την προηγούμενη νύχτα, ήταν δαμέ ως αργά τζιαι έχασε καμια πεντακοσιά ευρώ.»

«Είπε μου να του βάλω πεντακόσια ευρώ να παίξει. Βάλλω του, παίζει τα, ύστερα που καμιά ώρα έχασεν τα ούλλα τζιαι εσηκώθηκε τζιαι έφυε. Την νύχτα ήρτεν πάλε. Βάλλω του αλλο πεντακόσια ευρώ. Ώσπου να κλείσουμε έχασε τα τζιαι τζείνα.»

«Για να μεν σου τα πολυλογώ ρε φίλε, έχασε 1500 ευρώ σε 2 νύχτες. Όσα φκάλλω εγώ σε ένα μήνα.»

«Όπου τζιαι να ‘σαι άκου τον. Εννα έρτει πάλε να παίξει να φκάλει τα σπασμένα.»

Εν επρόλαβε να τελείωσει την κουβέντα του ο Πανίκκος. Ο παρέας εμπήκε της πόρτας τζιαι επήεν βουρητός στο ταμείο. Κυπραίος, γύρω στα 35. Ψηλός με μαυρισμένο πρόσωπο τζιαι απεριποίητα γένια τζιαι μαλλιά. Πρέπει μόλις να είσιεν σχολάσει που την δουλεία, εφορουσε μια φόρμα του μηχανικού, πορτοκαλιά τζιαι άσπρη φανέλα που μέσα.

Ο Πανίκκος έβαλε του αλλο πεντακόσια ευρώ στο λογαριασμό του, ο παρέας επαράγγειλε καφέ τζιαι έκατσε σε ένα κομπίουτερ.

Ύστερα που καμιά ώρα εσηκώθηκε τζιαι ήρτε προς το μέρος μας. «‘Άνοιξε το ταμείο ρε Πανίκκο τζιαι εκέρδισα σήμερα.» Ο Πανίκκος επίερωσεν τον τζιαι ο παρέας έφυεν.

«Εκέρδισε καμιά τρακοσιά ευρώ. Ήρτεν με πεντακόσια τζιαι φεύκει με οκτακόσια τωρά.»

«Το κουμάρι ρε φίλε εν το σιηρόττερο ναρκωτικό. Θορώ τους δαμέσα, τρων του κόσμου τες λίρες. Κερτούν μια φορά, γλυκανίσκουν τζιαι παίζουν αλλο τόσα.»

«Τούτος έκαμε χαρά πως εκέρδισε τρακόσια ευρώ. Εμάχουμουν να του πώ, να μου τα αφήκει δαμέ. Ο μπούκκης εν τζιαι χάννει ρε φίλε. Πάλε δαμέ εννα τα φέρει.»

Το μπούκκικο ήδη είσιεν αρκέψει να γεμώνει κόσμο. Ο Πανίκκος εσηκώθηκε τζιαι εξαναείπε «Ο μπούκκης, εν χάννει. Τζιαι τούτοι ούλλοι καρτερούν να κερδίσουν.»

Η διαδήλωση

Δεκεμβρίου 29th, 2009 7 comments

Προχτές εβρέθηκα τζιαι εγώ στην διαδήλωση που έγινε εναντίον του ρατσισμού τζιαι υπέρ των μεταναστών, στην Μακαρίου.

Πραγματικά η προσέλευση του κόσμου ήταν πολλά παραπάνω που ότι επερίμενα. Είμαστε περίπου 500 άτομα όταν έφτασα τζιαμέ, αλλα πολλοί είπαν μου ότι είχαν φύει επειδή άρκησε να ξεκινήσει η άλλη εκδήλωση του Ε.ΛΑ.Μ.

Πολλές γνώριμες φάτσες αλλα τζιαι πολλοί άγνωστοι. Μιτσίοι, μεγάλοι, Κυπραίοι, ξένοι που ούλλα τα κοινωνικά στρώματα, με ένα τζιαι μόνο σκοπό. Να αντιπαραθέσουν τες φωνές τους, στες φωνές των απέναντι.

Οι απέναντι, που την άλλη, ήταν μια χούφτα.

Εν τα μασώ τούτα που λαλούν τα νέα, ότι ήταν 150 άτομα. Επήα κοντά αρκετες φορές τζιαι είδα πόσοι ήταν, έφκαλα τους τζιαι βίτεο. Σίουρα ήταν λιότεροι που 100.

Βασικά έφαν με η περιέργεια να δώ τί σώι πλάσματα εν τούτοι φκαίνουν στους δρόμους με συνθήματα τζιαι ιδεολογίες του περασμένου αιώνα.

Είδα τους που κοντά. Εν μιτσίοι σαν εμένα. Πιο μιτσίοι ακόμα, κάποιοι εφαίνουνταν φοιτητές.

Ένας τύπος, νομίζω ήταν καλαμαράς, επρόσταζε παραγγέλματα. «Στοιχηθήτε ρε», «Δυάδες ρε» και τα λοιπά.

Ούλλοι ντυμένοι με άρβυλα, τζίν, μαύρα σακκάκια τζιαι μάυρα καπέλα ή κουκούλες ή κράνη. Ένας μικρός στρατός.

Εν επερίμενα να δώ ανθρώπους να εκτελούν όπως τα αρνία, παραγγέλματα που wannabe μόνιμους, έξω που τον στρατό.

Που πάτε ρε παίχτες μου. Ποιού εννα επιτεθήτε; Ποιόν εννα σκοτώσετε;

Ποιού το αίμα εν που ζητάτε τζιαι φωνάζετε όπως τους δαιμονισμένους «Τι ζητάμε;», «ΑΙΜΑ».

Ποιός τον έβαλε τζείνο τζιαμέ να σας διατάσσει; Θέλετε τζιαι είσαστε πιόνια της αρρώστιας του κάθε ‘νου;

Επειδή εν αρρώστια ρε κοπέλλια τούντο πράμα. Έννεν ούτε ιδεολογία, ούτε άποψη. Εν αρρώστια τζιαι πρέπει να πάτε κοιταχτήτε, πρώτα ο παρέας που νομίζει ότι εν το μολλόσιη στο «Full metal jacket» τζιαι ύστερα εσείς που του κρώννεστε τζιαι τραβολοέστε μες τους δρόμους για να τα βάλετε με τα Πακιστανούθκια τζιαι τους Κινέζους.

Την ώρα που ήμουν τζιαμέ κοντά, εκόντεφκε μια παρέα κινεζούες με ψουμνίσματα. Μόλις τες είδα είπα τους να απομακρυνθούν τζιαι να αποφύγουν να κινηθούν μες την Λευκωσία την νύχτα, επειδή εν επικύνδινα. Εξήγησα τους, τους λόγους τζιαι η αντίδραση τους ήταν «Γιατί; Εμείς τι τους εκάμαμε;».

Αλήθκεια, έσιει κανένας απάντηση;

Τι εκάμαν; Έσιει κανένα σας που εν καθαριστής, τζιαι εν βρίσκει δουλεία; Έσιει κανένα που επίε σε φούρνο, σε περίπτερο, σε αγρόκτημα, κτίστης, βόθρατζιης, ντελίβερι τζιαι όποια άλλη δουλεία τζιαι εθκίωξαν τον;

Αρχίδια. Αφου ούλλα τα επιχειρήματα τους, εν του κώλου. Την αλήθκεια ξέρουμε την ούλλοι. Εν μια χούφτα εθνικιστές που εν γουστάρουν όποιον έννεν Έλληνας τζιαι οτιδήποτε έννεν Ελληνικό.

Δικαίωμα τους. Γούστο τους τζιαι  καπέλο τους. Μπορουν να βρέθουνται όποτε θέλουν στα γραφεία τους τζιαι να ποσκολιούνται. Να κάθουνται παρέα να ξιτιμάζουν αλλοδαπούς, να δοξολογούν τους αρχαίους Έλληνες τζιαι να μαραζώνουν που εν τα εκατάφερε ο Χίτλερ.

Πολλά ωραία. Ας το κάμουν έτσι.

Όπως έχουν τζείνοι το δικαίωμα τούτο, έχουμε το τζιαι εμείς.

Η διαφορά, εν ότι τζείνοι εν μειονότητα. Έστω τζιαι αν έσιει 1-2 εθνικοκαναλλούθκια να τους κουντούν, πάλε μειονότητα είναι. Μια διαδήλωση εκάμαν, τζιαι που την αντίθετη μερκά εκατεβήκαν οι οχταπλάσιοι.

Τζιαι έτσι εννα ένι. Όποτε εννα προσπαθούν να περάσουν τες απόψεις τους, εννα μας βρίσκουν απέναντι τους.

Επειδή, απέναντι τους έν ήταν οι «αυτοαποκαλούμενοι αντιρατσιστές» όπως είπε ο ΑΝΤ1. Ήταν απλός κόσμος που εν ανεχεται τούτες τες ιδεές τζιαι τούτη τη συμπεριφορά.

Απέναντι τους εννα βρίσκουν την Κύπρο τζιαι τους καθημερινούς ανθρώπους που ξέρουν τι σημαίνει να δουλεύκεις για ένα κομμάτι ψωμί τζιαι να σου φτίνουν που πάνω.

Το πρόβλημα αγαπητοί μου, έννεν οι ξένοι. Το πρόβλημα εν το διεφθαρμένο σύστημα.

Αν θέλετε κάποιον να τα βάλετε, βάλτε τα με τους πολιτικούς τζιαι την κωλοκοινωνία που ζούμε, όχι με τες Κινεζούες που ξισκατίζουν τες γιαγίαες μας τζιαι τες αυλάες μας τζιαι τους Ινδούς που καθαρίζουν τους δρόμους.

Όπως τζιαι να έσιει, τα πολλά λόγια εν φτώσια.

Προχτές αποδείχτηκε ότι ο παραπάνω κόσμος έσιει φιλότιμο τζιαι νοίαζεται για τον δίπλα του. Όποθθεν τζιαι αν ένι.

Σε τούτη τη γή, είμαστε ούλλοι μετανάστες.

Παραθέτω ένα βίντεο που την εκδήλωση.

Categories: Ιστορίες Tags:

Η εθνική μηχανή

Δεκεμβρίου 23rd, 2009 3 comments

Εν πρέπει να ήμουν πάνω που 7-8 χρονών. Θυμούμαι ότι ήμουν δευτέρα ή Τρίτη δημοτικού. Ήταν μια εθνική επέτειος τζιαι είμαστε μαζεμένα ούλλα τα μωρά του σχολείου στην αυλή, για να μας μιλήσει ο διευθυντής.

Εν θυμούμαι τι έγινε μετά την γιορτή αλλα ούτε τζιαι θυμούμαι τι έκαμνα πριν. Έμεινε στο νού μου, όπως την μεταξοτυπία, τζείνη η μια ώρα που εστεκούμαστε ούλλοι στοιχημένοι ανα τάξη τζιαι ακούαμε τον διευθηντή να μας μιλά για την επέτειο.

Θυμούμαι που μας εμίλησε για τον Λεωνίδα τζιαι τους τριακόσιους του. Που επροτάξαν τα στήθη τους στους Πέρσες τζιαι ανακόψαν την πορεία τους προς την υπόλοιπη Ελλάδα. Που έστω τζιαι λλίοι, εβάλαν τα με τες ορδές των βάρβαρων εχθρών από την ανατολή τζιαι αντιμετώπισαν τους ηρωικά. Που επεθάναν σαν ήρωες τζιαι εμείναν στην ιστορία.

Συνεχίζοντας, είπε μας για την Κύπρο μας που ήταν πατημένη που τον βάρβαρο κατακτητή για τόσα χρόνια. Που επειδή ζήλεψαν την ομορφιά της, οι Αττίλες εισέβαλαν στα άγια εδάφη της τζιαι εμοιράσαν την στα δύο. Αλλά μια μέρα, θα επιστρέψουμε στην Κερύνεια μας, στην Αμμόχωστο μας τζιαι στο Καρπάσι μας τζιαι θα διώξουμε τους Αττίλες που το νησί μας.

Ο διευθυντής, τελειώνοντας την ομιλία του, είπε μας ένα απόφθεγμα του Γουινστον Τσωρτσιλ. «Οι Έλληνες δεν πολεμούν σαν ήρωες. Οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».

Αν τζιαι μωρό, ενθουσιάστηκα. Ένιωσα περήφανος που είμαι Έλληνας, που έχω έτσι προγόνους. Ένιωσα ότι πρέπει να σταθώ αντάξιος της τιμημένης ιστορίας που έχω στην πλάτη μου. Ένιωσα παράλληλα ένα μίσος για τους κατακτητές που μας στερούν την γή μας τόσα χρόνια. Που εφέραν τον πόλεμο, τον πόνο τζιαι την σκλαβιά στην Κύπρο μας.

Η γιορτή εσυνέχισε με ένα ποίημα που απήγγειλε μια συμμαθήτρια μου, η Χριστίνα. «Είμαι μια Ελληνοπούλα» ελάλεν «και σαν μια Κυπριοπούλα» εσυνέχιζε.

Μια δασκάλα, εδιάβασε μια ομιλία μετά. Λλίο πιο απλοϊκή που τζείνη του διευθυντή μας. Σε κάποια σημεία, αραιά και που ανέφερε τζιαι την λέξη ειρήνη στην Κύπρο.

Η σκηνή που παίζει στο νου μου συνέχεια, άμα θυμούμαι τζείνη τη μέρα, εν όταν εφκήκε ένας μαθητής της έκτης τάξης τζιαι εφώναζε συνθήματα τα οποία έπρεπε να επαναλαμβάνουμε ούλλοι μαζί.

«Ένας είναι ο εχθρός, ο Ντεκτάς ο φαλακρός»

«Έξω οι Τούρκοι, από την Κύπρο»

«Η Αμμόχωστος είναι Ελληνική»

«Θέλουμε ειρήνη στην Κύπρο μας»

Η γιορτή ετέλειωσε με 2-3 τραγούδια που την χορωδία του σχολείου τζιαι μετά επήαμε στις τάξεις μας.

Ένιωθα πολλά συναισθήματα τα οποία εν είχα την ικανότητα να αναγνωρίσω, σε τζείνη την ηλικία. Οργή, λύπη, μίσος, περηφάνια. Είχα τζιαι πολλές ερωτήσεις, αλλά εν εθεωρούσα ότι έπρεπε να τες κάμω. Οι δασκάλοι μας εξέραν καλύτερα που μας, εν εχρειάζετουν να ξέρω κάτι παραπάνω από όσα μας ελαλούσαν.

Εσυνέχισα να σκεφτουμαι την γιορτή για ακόμα 10-20 λεπτά. Μετα εφκήκαμε διάλλειμα τζιαι ενδιέφερε με παραπάνω η μάππα, η καττίνα τζιαι το τρεχτό, παρά το πρόβλημα της Κύπρου.

Το μήνυμα εστάληκε όμως. Όπως το σφουγγάρι απορρόφησα το τζιαι επεράσαν χρόνια να μπορέσω να το ποσφίξω που το νού μου.

Οι Τούρκοι εν εχθροί μας, έννεν δαμέ ο τόπος τους, είμαστε περήφανοι Έλληνες, πρέπει να τους διώξουμε έστω τζιαι αν τούτο σημαίνει να θυσιάσουμε την ζωή μας τζιαι η ειρήνη εννα έρτει μόνο αν φύουν οι Τούρκοι που την Κύπρο. Το νησί εν δικό μας.

Η μηχανή συνεχίζει να παράγει.

Το αυτοκίνητο

Δεκεμβρίου 2nd, 2009 8 comments

Έχω ένα αυτοκίνητο του οποίου έκοψα 30000 χιλιόμετρα, που τον Δεκέμβρη του 2005 που το αγόρασα. Η δουλεία μου εν στην άλλη μεριά της Λευκωσίας, σε σχέση με το σπίτι μου. Το πρωί, είναι μαρτύριο να προσπαθώ να διασχίσω την πρωτεύουσα μέσα στο κινητό μου κλουβί.

Έτσι λοιπόν προτιμώ να οδηγώ την μοτορούα μου.

Προχτές όμως, είπα ότι εν κρίμα να έχω το αυτοκίνητο να κάθεται. Γιαυτό αποφάσισα να το οδηγήσω για να πάω δουλεία το πρωί τζιαι παράλληλα να το πλύνω τζίολας. Είσιεν συνάξει τόσο χώμα πάνω, που αν εφύτευκες γιασεμί είσιεν να πολύσει.

Εσηκώθηκα το πρωί, κανένα εικοσάλεπτο πιο νωρίς τζιαι ετοιμάστηκα για την μισάωρη διαδρομή που με επερίμενε. Τα μάθκια μου μισάνοιχτα, ο νους μου μισός στο κρεβάτι μισός στο αυτοκίνητο, τα τζάμια του αυτοκινήτου θολά, λλίο το ένα, λλίο το άλλο, όπως έβαλλα πισινή να ξεπαρκάρω έδωκα πας την πόρτα κάποιου BMW.

Κατεβαίνω κάτω να ελέγξω την ζημία. Το δικό μου εν έπαθε τίποτε που να μεν εδιωρθώνετουν με ένα τεκάλεμιτ. Η πόρτα του BMW σίουρα εννα θέλει ισιωτή για να σαστεί.

Εκοντοστάθηκα στην μέση του δρόμου να γυρέψω, μπας τζιαι έσιει κανένα πλάσμα να ρωτήσω ποιού εν το αυτοκίνητο. Που να βρεθεί πλάσμα έτσι ώρα όμως.

Σίουρα εν με είσιεν δει κανένας. Εμπορούσα να μεν πω κανενού τίποτε τζιαι να φκω κούππα, άπαννη.

Η αλήθεια εν ότι εσκέφτηκα το. Εν με κανούν τα έξοδα μου, να βουρώ να σάζω τζιαι τες πόρτες του BMW;

«Εννα ασχοληθώ με το θέμα το απόγευμα που εννα σχολάσω» είπα, τζιαι εξεκίνησα για την δουλεία.

Ούλλη μέρα, εν εμπορούσα να σκεφτώ τίποτε άλλο. Που την μια εσκέφτουμουν να παίξω πελλό, να μεν πω κανενού τίποτε. Εμένα εκτυπήσαν μου το αυτοκίνητο μου θκύο φορές τζιαι εν είρτε ποττέ κανένας να μου πει «Φίλε μου φταίω, έλα να σου το σάσω».

Εξάλλου για να κραεί BMW ο παρέας, μάλλον πλερώνει τζιαι φουλ ασφάλεια, οπόταν εν καλυμμένος, εν υπάρχει λόγος να ανησυχώ. Για να επιβιώσεις σήμερα πρέπει να πατάς επί πτωμάτων. Σαν μεν το βάλει τζιαμέ το αυτοκίνητο του, έξω που το σπίτι μου.

Την νύχτα που εσχόλασα, εμπήκα σπίτι, έγραψα μια σημείωση στην οποία ομολογούσα το «έγκλημα» μου τζιαι εφκήκα στην γειτονία. Το αυτοκίνητο ήταν παρκαρισμένο λλίο πάρακατω, έτσι υπολόγισα ότι ο άνθρωπος που το έσιει μινήσκει στην πολυκατοικία δίπλα μου. Έβαλα του τη σημείωση στο τζάμι τζιαι έφυα.

Λλίο πιο μετά ετηλεφώνησε μου. Ευχαρίστησε με εκατό φορές, για την τιμιότητα μου τζιαι την ειλικρίνεια μου τζιαι εφέρτηκε μου πολλά ευγενικά. Απολογήθηκα τζιαι εγώ για την ταλαιπωρία τζιαι εκανονίσαμε να τηλεφωνηθούμε την επομένη για τα περαιτέρω.

Ένιωσα πολλά καλύτερα με τον εαυτό μου. Ανάλαβα τες εύθηνες μου τζιαι εφέρτηκα σε κάποιο συνάνθρωπο μου, που όπως εννα έθελα εγώ να μου φερτούν αν ήμουν στην θέση του. Είχα επιλογή τζιαι εθκίαλεξα τον δρόμο που εθεώρησα σωστό.

Ο Γκάντι κάποτε είπε «Γίνε η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο». Έστω τζιαι για λλίο, έγινα.

Η ανεράδα

Οκτωβρίου 16th, 2009 7 comments

Εκάθετουν χαμέ, μπροστά που το στρώμα στο πάτωμα. Το κρεβάτι της. Πάντα ελάλε ότι τα κρεβάτια εν πολλά ψηλά, τζιαι καθόλου συναρπαστικά. Το στρώμα στο πάτωμα μοιάζει πιο ελεύθερο. Έστω τζιαι αν ήταν κρυάδα άμα εξάπλωνες πάνω. Έστω τζιαι αν ήταν εύκολος στόχος για τις κατσαρίδες που τόσο εμισούσε.

Τζείνη, ακουμπισμένη στην ανοιχτή πόρτα. Στην μικρή βεράντα με τον κάλαθο των σκουπιδιών τζιαι το τασάκι με τα ξεραμένα αποτσίγαρα. Ο ήλιος είσιεν δύσει που ώρα τζιαι κάτω που το μικρό διαμέρισμα, η Λευκωσία απλώνετουν σαν πάπλωμα κεντημένο με μικρά φωτάκια.

Τζιαι τζείνου άρεσκεν του να στέκεται τζιαμέ. Άμα είσιεν αέρα, ένιωθε ότι εμπορούσε να ανοίξει τα χέρια τζιαι να πετάσει, να τον πάρει το ρεύμα τζιαι να ταξιδέψει πάνω που τα φώτα.

Άναψε ακόμα ένα τσιγάρο. Ακόμα εν είσιεν προλάβει να σβήσει το προηγούμενο. Μια συνήθεια που είσιεν με το κάπνισμα. Να καπνίζει τα τσιγάρα μισά τζιαι να τα σβήνει. Εν την ερώτησε ποττέ γιατί. Ήταν σίουρος όμως ότι η απάντηση θα ήταν βγαλμένη που παραμύθι. Όπως ούλλες της οι απαντήσεις.

Να ισορροπούν στην μέση πραγματικότητας τζιαι ονείρου. Όπως μια νεράιδα που αποφάσισε να φκάλει το φόρεμα της τζιαι να φορέσει τζίν τζιαι στενό μπλουζάκι.

Τα χρώματα της παρανοϊκά, αταίριαστα. Τζιαι η αύρα της, μαγική. Σαν το αερικό. Να τον μαγεύκει, να τον συνεπαίρνει. Όπως το ρεύμα, να τον πιάνει που τους ώμους, να κατευθύνεται προς τα γόνατα του τζιαι να του τα κόφκει. Τζι’ άλλες φορές να τον σηκώνει που χαμέ τζιαι να τον κατευθύνει μακριά που την πραγματικότητα.

Έμοιαζε να αναδύεται μέσα που τον καπνό. Μια σκοτεινή Αφροδίτη. Σαν τον άγγελο που έκοψε τα φτερά του. Λυπημένος αλλά την ίδια ώρα τόσο όμορφος.

Τα μάθκια της εγεμώσαν. Κάθε φορά που έκλαιε, ήταν σάννα τζιαι κάποιος επλήγωνε κάθε πράγμα όμορφο στον κόσμο. Σάννα τζιαι εμπήαν του μασίερι.

Σιωπηλά τα δάκρυα ετρέχαν που τα μάθκια της. Έτσι έκλαιε, χωρίς λυγμούς. Ούλλο της το πρόσωπο εμετατρέπετουν σε μια μεγάλη, μαύρη πεδιάδα. Τζιαι τα μελιά της μάτια, θκύο πηγές, που τρέχουν ασταμάτητα νερό.

Εσκέφτετουν ότι εν είδε ποττέ του κάτι πιο λυπητερό. Σάννα τζιαι ούλλα τα μαράζια του κόσμου, εκουβαρώνναν μες την καρδία της. Τζιαι τζείνη έσφιγγε τα μέσα της.

Χωρίς λυγμούς. Σαν πίνακας της αναγέννησης. Χρωματιστός, σιωπηλός, θλιμμένος.

Εσηκώθηκε πάνω τζιαι ακούμπησε την στον λαιμό. Εχάιδεψε τα μαλλιά της τζιαι εφίλησε την στα μάτια.

Με την αλμύρα του προσώπου της στο στόμα του. Εγύρισε την πλάτη του τζιαι άνοιξε την πόρτα. Φεύγοντας είπε της «Οι νεράιδες εννεν για τους θνητούς». Κατεβαίνοντας τες σκάλες, εσταμάτησε στην μέση. Έκατσε σε ένα σκαλί τζιαι έκλαψε με λυγμούς.

Όϊ όπως κλαίν οι ανεράδες.

Categories: Ιστορίες, Πολίτης Tags:

Ο Ντελιβεράς

Οκτωβρίου 12th, 2009 2 comments

Επειδή κυκλοφορώ με την μοτόρα ως επι το πλείστον, η κίνηση της πόλης εν με επιρεάζει πολλά. Έχω το πλεονέκτημα να κινούμαι πιο γλήορα που τα αυτοκίνητα. Όσο παραπάνω τα αυτοκίνητα όμως, τόσο πιο μεγάλος τζιαι ο κίνδυνος να σε πατήσει κανένας αφηρημένος τζιαι βιαστικός οδηγός.

Ειδικά το πρωί που ούλλοι μουντάρουν να προλάβουν να παν δουλεία, οι δρόμοι της Λευκωσίας γίνουνται παλαίστρα. Όπως τζιαι να έσιει, η μοτόρα εν πάντα πιο βολική που το αυτοκίνητο, ειδικά μέσα στην πόλη. Δέκα λεπτά πάω δουλεία με την μοτόρα, ενώ με το αυτοκίνητο χρειάζουμαι τουλάχιστον εικοσιπέντε. Εξάλλου, τζιαι γνωριμίες πας την μοτόρα.

Εν αξιοσημείωτο το τι μπορεί να συμβεί μέσα στα δύο λεπτά που έσιεις στην διάθεση σου, ώσπου να ανάψει το πράσινο πας τα φώτα. Φτάννει να έσιεις έννοια να το δείς.

Ενα πρωί, λοιπόν είμουν πας τα φώτα του Γαβριηλίδη τζιαι επίεννα δουλεία.

Καλοκαίρι, κατα τις εννιά το πρωί. Την ώρα που αρκέφκει ο ήλιος να φκαίννει για τα καλά που την κρυψώνα του τζιαι η ζέστη της Λευκωσίας ξεκινά να δείχνει τα δόντια της. Η ώρα της ημέρας που μέσα σε δέκα λεπτά, η πρωινή δροσία γίνεται αφόρητος καύσωνας.

Στην διάβαση πεζών, εστάθηκε μια κοπέλλα.

Σάννα τζιαι εφκήκε που ταινία του Κουστουρίτσα.

Την ώρα που εξεκίνησε να διασταυρώνει, ούλλα αρκέψαν να κινούνται σε αργή κίνηση τζιαι που μακριά ακούετουν ένα σαξόφωνο σαννα τζιαι είμασταν σε μπάρ της Νέας Ορλεάνης. Το μόνο που εμίνησκε ήταν να σταματήσει στην μέση της διάβασης, να σάσει το τακκούνι της τζιαι να γυρίσει να κοιτάξει με νόημα, τον αρσενικό πλυθησμό της περιοχής που εσάστησε πάνω της.

Κάτι τέτοιο εν έγινε φυσικά. Άναψε πράσινο τζιαι αμέσως η μουσική εσταμάτησε, όπως το πικαπ που του τραβάς απότομα τον οδηγό. Οι οδηγοί, εθυμηθήκαν ότι πρέπει να παν δουλεία τζιαι αρκέψαν να μουγκρίζουν τες μηχανές τζιαι να παίζουν τες πουρούες για να βιαστεί.

Που να βουρήσει όμως η καημένη με το τακκούνι τζιαι το στενό το φόρεμα. Έκαμε ένα – δυο βιαστικά, φοιτσιασμένα τζιαι βιαστικά βήματα, τζιαι λλίο πριν να φτάσει στο άλλο πεζοδρόμιο εκουτσούφλησε τζιαι λλίο έλειψε να ξαπλώσει φαρδία, πλατία στον άσφαλτο.

Πριν να ξεκολλήσω που την σκηνή, τζιαι να παλάρω προς ολοταχώς στην καθημερινότητα μου, ακούω μια φωνή δίπλα μου. "Ήντα πράματα κάμνει ο θεός αμα έσιει όρεξη α;"

Ένας ντελιβεράς, με το τσιάρο στο στόμα τζιαι ένα χαμόγελο αλληλοκατανόησης, εκοίταζε με τζιαι επερίμενε απάντηση.

Στα επόμενα φώτα, εσταμάτησε δίπλα μου. Λαλεί μου "Εν τέλια πέλλοι ρε μες τουντη χώρα. Λλίο έλειψε να πατήσουν την κοπελλούα. Σκέφτου εμάς". Εχαμογέλασα τζιαι εσυμφώνησα.

Που τζείνη την μέρα, εγινήκαμε φίλοι. Όποτε ανταμωθούν τα φανάρκα μας, σιερεθκιούμαστε τζιαι χαμογελούμε σάννα τζιαι είμαστε παλιοί γνωστοί.

Σήμερα το πρωί, είδε με στα απέναντι φώτα τζιαι εφώναξε μου να γυρίσω να με σιερετήσει. Εν ξέρω καν το όνομα του. Απλά έτυχε να μοιραστούμε μια καθημερινή στιγμή στην πόλη που ζούμε.

Ζείς έτσι καταστάσεις μες το αυτοκίνητο σου; Εν ζεις. Έννε;