RSS
 

Archive for the ‘Ιστορίες’ Category

Η εθνική μηχανή

23 Δεκ

Εν πρέπει να ήμουν πάνω που 7-8 χρονών. Θυμούμαι ότι ήμουν δευτέρα ή Τρίτη δημοτικού. Ήταν μια εθνική επέτειος τζιαι είμαστε μαζεμένα ούλλα τα μωρά του σχολείου στην αυλή, για να μας μιλήσει ο διευθυντής.

Εν θυμούμαι τι έγινε μετά την γιορτή αλλα ούτε τζιαι θυμούμαι τι έκαμνα πριν. Έμεινε στο νού μου, όπως την μεταξοτυπία, τζείνη η μια ώρα που εστεκούμαστε ούλλοι στοιχημένοι ανα τάξη τζιαι ακούαμε τον διευθηντή να μας μιλά για την επέτειο.

Θυμούμαι που μας εμίλησε για τον Λεωνίδα τζιαι τους τριακόσιους του. Που επροτάξαν τα στήθη τους στους Πέρσες τζιαι ανακόψαν την πορεία τους προς την υπόλοιπη Ελλάδα. Που έστω τζιαι λλίοι, εβάλαν τα με τες ορδές των βάρβαρων εχθρών από την ανατολή τζιαι αντιμετώπισαν τους ηρωικά. Που επεθάναν σαν ήρωες τζιαι εμείναν στην ιστορία.

Συνεχίζοντας, είπε μας για την Κύπρο μας που ήταν πατημένη που τον βάρβαρο κατακτητή για τόσα χρόνια. Που επειδή ζήλεψαν την ομορφιά της, οι Αττίλες εισέβαλαν στα άγια εδάφη της τζιαι εμοιράσαν την στα δύο. Αλλά μια μέρα, θα επιστρέψουμε στην Κερύνεια μας, στην Αμμόχωστο μας τζιαι στο Καρπάσι μας τζιαι θα διώξουμε τους Αττίλες που το νησί μας.

Ο διευθυντής, τελειώνοντας την ομιλία του, είπε μας ένα απόφθεγμα του Γουινστον Τσωρτσιλ. «Οι Έλληνες δεν πολεμούν σαν ήρωες. Οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».

Αν τζιαι μωρό, ενθουσιάστηκα. Ένιωσα περήφανος που είμαι Έλληνας, που έχω έτσι προγόνους. Ένιωσα ότι πρέπει να σταθώ αντάξιος της τιμημένης ιστορίας που έχω στην πλάτη μου. Ένιωσα παράλληλα ένα μίσος για τους κατακτητές που μας στερούν την γή μας τόσα χρόνια. Που εφέραν τον πόλεμο, τον πόνο τζιαι την σκλαβιά στην Κύπρο μας.

Η γιορτή εσυνέχισε με ένα ποίημα που απήγγειλε μια συμμαθήτρια μου, η Χριστίνα. «Είμαι μια Ελληνοπούλα» ελάλεν «και σαν μια Κυπριοπούλα» εσυνέχιζε.

Μια δασκάλα, εδιάβασε μια ομιλία μετά. Λλίο πιο απλοϊκή που τζείνη του διευθυντή μας. Σε κάποια σημεία, αραιά και που ανέφερε τζιαι την λέξη ειρήνη στην Κύπρο.

Η σκηνή που παίζει στο νου μου συνέχεια, άμα θυμούμαι τζείνη τη μέρα, εν όταν εφκήκε ένας μαθητής της έκτης τάξης τζιαι εφώναζε συνθήματα τα οποία έπρεπε να επαναλαμβάνουμε ούλλοι μαζί.

«Ένας είναι ο εχθρός, ο Ντεκτάς ο φαλακρός»

«Έξω οι Τούρκοι, από την Κύπρο»

«Η Αμμόχωστος είναι Ελληνική»

«Θέλουμε ειρήνη στην Κύπρο μας»

Η γιορτή ετέλειωσε με 2-3 τραγούδια που την χορωδία του σχολείου τζιαι μετά επήαμε στις τάξεις μας.

Ένιωθα πολλά συναισθήματα τα οποία εν είχα την ικανότητα να αναγνωρίσω, σε τζείνη την ηλικία. Οργή, λύπη, μίσος, περηφάνια. Είχα τζιαι πολλές ερωτήσεις, αλλά εν εθεωρούσα ότι έπρεπε να τες κάμω. Οι δασκάλοι μας εξέραν καλύτερα που μας, εν εχρειάζετουν να ξέρω κάτι παραπάνω από όσα μας ελαλούσαν.

Εσυνέχισα να σκεφτουμαι την γιορτή για ακόμα 10-20 λεπτά. Μετα εφκήκαμε διάλλειμα τζιαι ενδιέφερε με παραπάνω η μάππα, η καττίνα τζιαι το τρεχτό, παρά το πρόβλημα της Κύπρου.

Το μήνυμα εστάληκε όμως. Όπως το σφουγγάρι απορρόφησα το τζιαι επεράσαν χρόνια να μπορέσω να το ποσφίξω που το νού μου.

Οι Τούρκοι εν εχθροί μας, έννεν δαμέ ο τόπος τους, είμαστε περήφανοι Έλληνες, πρέπει να τους διώξουμε έστω τζιαι αν τούτο σημαίνει να θυσιάσουμε την ζωή μας τζιαι η ειρήνη εννα έρτει μόνο αν φύουν οι Τούρκοι που την Κύπρο. Το νησί εν δικό μας.

Η μηχανή συνεχίζει να παράγει.

 

Το αυτοκίνητο

02 Δεκ

Έχω ένα αυτοκίνητο του οποίου έκοψα 30000 χιλιόμετρα, που τον Δεκέμβρη του 2005 που το αγόρασα. Η δουλεία μου εν στην άλλη μεριά της Λευκωσίας, σε σχέση με το σπίτι μου. Το πρωί, είναι μαρτύριο να προσπαθώ να διασχίσω την πρωτεύουσα μέσα στο κινητό μου κλουβί.

Έτσι λοιπόν προτιμώ να οδηγώ την μοτορούα μου.

Προχτές όμως, είπα ότι εν κρίμα να έχω το αυτοκίνητο να κάθεται. Γιαυτό αποφάσισα να το οδηγήσω για να πάω δουλεία το πρωί τζιαι παράλληλα να το πλύνω τζίολας. Είσιεν συνάξει τόσο χώμα πάνω, που αν εφύτευκες γιασεμί είσιεν να πολύσει.

Εσηκώθηκα το πρωί, κανένα εικοσάλεπτο πιο νωρίς τζιαι ετοιμάστηκα για την μισάωρη διαδρομή που με επερίμενε. Τα μάθκια μου μισάνοιχτα, ο νους μου μισός στο κρεβάτι μισός στο αυτοκίνητο, τα τζάμια του αυτοκινήτου θολά, λλίο το ένα, λλίο το άλλο, όπως έβαλλα πισινή να ξεπαρκάρω έδωκα πας την πόρτα κάποιου BMW.

Κατεβαίνω κάτω να ελέγξω την ζημία. Το δικό μου εν έπαθε τίποτε που να μεν εδιωρθώνετουν με ένα τεκάλεμιτ. Η πόρτα του BMW σίουρα εννα θέλει ισιωτή για να σαστεί.

Εκοντοστάθηκα στην μέση του δρόμου να γυρέψω, μπας τζιαι έσιει κανένα πλάσμα να ρωτήσω ποιού εν το αυτοκίνητο. Που να βρεθεί πλάσμα έτσι ώρα όμως.

Σίουρα εν με είσιεν δει κανένας. Εμπορούσα να μεν πω κανενού τίποτε τζιαι να φκω κούππα, άπαννη.

Η αλήθεια εν ότι εσκέφτηκα το. Εν με κανούν τα έξοδα μου, να βουρώ να σάζω τζιαι τες πόρτες του BMW;

«Εννα ασχοληθώ με το θέμα το απόγευμα που εννα σχολάσω» είπα, τζιαι εξεκίνησα για την δουλεία.

Ούλλη μέρα, εν εμπορούσα να σκεφτώ τίποτε άλλο. Που την μια εσκέφτουμουν να παίξω πελλό, να μεν πω κανενού τίποτε. Εμένα εκτυπήσαν μου το αυτοκίνητο μου θκύο φορές τζιαι εν είρτε ποττέ κανένας να μου πει «Φίλε μου φταίω, έλα να σου το σάσω».

Εξάλλου για να κραεί BMW ο παρέας, μάλλον πλερώνει τζιαι φουλ ασφάλεια, οπόταν εν καλυμμένος, εν υπάρχει λόγος να ανησυχώ. Για να επιβιώσεις σήμερα πρέπει να πατάς επί πτωμάτων. Σαν μεν το βάλει τζιαμέ το αυτοκίνητο του, έξω που το σπίτι μου.

Την νύχτα που εσχόλασα, εμπήκα σπίτι, έγραψα μια σημείωση στην οποία ομολογούσα το «έγκλημα» μου τζιαι εφκήκα στην γειτονία. Το αυτοκίνητο ήταν παρκαρισμένο λλίο πάρακατω, έτσι υπολόγισα ότι ο άνθρωπος που το έσιει μινήσκει στην πολυκατοικία δίπλα μου. Έβαλα του τη σημείωση στο τζάμι τζιαι έφυα.

Λλίο πιο μετά ετηλεφώνησε μου. Ευχαρίστησε με εκατό φορές, για την τιμιότητα μου τζιαι την ειλικρίνεια μου τζιαι εφέρτηκε μου πολλά ευγενικά. Απολογήθηκα τζιαι εγώ για την ταλαιπωρία τζιαι εκανονίσαμε να τηλεφωνηθούμε την επομένη για τα περαιτέρω.

Ένιωσα πολλά καλύτερα με τον εαυτό μου. Ανάλαβα τες εύθηνες μου τζιαι εφέρτηκα σε κάποιο συνάνθρωπο μου, που όπως εννα έθελα εγώ να μου φερτούν αν ήμουν στην θέση του. Είχα επιλογή τζιαι εθκίαλεξα τον δρόμο που εθεώρησα σωστό.

Ο Γκάντι κάποτε είπε «Γίνε η αλλαγή που θέλεις να δεις στον κόσμο». Έστω τζιαι για λλίο, έγινα.

 

Η ανεράδα

16 Οκτ

Εκάθετουν χαμέ, μπροστά που το στρώμα στο πάτωμα. Το κρεβάτι της. Πάντα ελάλε ότι τα κρεβάτια εν πολλά ψηλά, τζιαι καθόλου συναρπαστικά. Το στρώμα στο πάτωμα μοιάζει πιο ελεύθερο. Έστω τζιαι αν ήταν κρυάδα άμα εξάπλωνες πάνω. Έστω τζιαι αν ήταν εύκολος στόχος για τις κατσαρίδες που τόσο εμισούσε.

Τζείνη, ακουμπισμένη στην ανοιχτή πόρτα. Στην μικρή βεράντα με τον κάλαθο των σκουπιδιών τζιαι το τασάκι με τα ξεραμένα αποτσίγαρα. Ο ήλιος είσιεν δύσει που ώρα τζιαι κάτω που το μικρό διαμέρισμα, η Λευκωσία απλώνετουν σαν πάπλωμα κεντημένο με μικρά φωτάκια.

Τζιαι τζείνου άρεσκεν του να στέκεται τζιαμέ. Άμα είσιεν αέρα, ένιωθε ότι εμπορούσε να ανοίξει τα χέρια τζιαι να πετάσει, να τον πάρει το ρεύμα τζιαι να ταξιδέψει πάνω που τα φώτα.

Άναψε ακόμα ένα τσιγάρο. Ακόμα εν είσιεν προλάβει να σβήσει το προηγούμενο. Μια συνήθεια που είσιεν με το κάπνισμα. Να καπνίζει τα τσιγάρα μισά τζιαι να τα σβήνει. Εν την ερώτησε ποττέ γιατί. Ήταν σίουρος όμως ότι η απάντηση θα ήταν βγαλμένη που παραμύθι. Όπως ούλλες της οι απαντήσεις.

Να ισορροπούν στην μέση πραγματικότητας τζιαι ονείρου. Όπως μια νεράιδα που αποφάσισε να φκάλει το φόρεμα της τζιαι να φορέσει τζίν τζιαι στενό μπλουζάκι.

Τα χρώματα της παρανοϊκά, αταίριαστα. Τζιαι η αύρα της, μαγική. Σαν το αερικό. Να τον μαγεύκει, να τον συνεπαίρνει. Όπως το ρεύμα, να τον πιάνει που τους ώμους, να κατευθύνεται προς τα γόνατα του τζιαι να του τα κόφκει. Τζι’ άλλες φορές να τον σηκώνει που χαμέ τζιαι να τον κατευθύνει μακριά που την πραγματικότητα.

Έμοιαζε να αναδύεται μέσα που τον καπνό. Μια σκοτεινή Αφροδίτη. Σαν τον άγγελο που έκοψε τα φτερά του. Λυπημένος αλλά την ίδια ώρα τόσο όμορφος.

Τα μάθκια της εγεμώσαν. Κάθε φορά που έκλαιε, ήταν σάννα τζιαι κάποιος επλήγωνε κάθε πράγμα όμορφο στον κόσμο. Σάννα τζιαι εμπήαν του μασίερι.

Σιωπηλά τα δάκρυα ετρέχαν που τα μάθκια της. Έτσι έκλαιε, χωρίς λυγμούς. Ούλλο της το πρόσωπο εμετατρέπετουν σε μια μεγάλη, μαύρη πεδιάδα. Τζιαι τα μελιά της μάτια, θκύο πηγές, που τρέχουν ασταμάτητα νερό.

Εσκέφτετουν ότι εν είδε ποττέ του κάτι πιο λυπητερό. Σάννα τζιαι ούλλα τα μαράζια του κόσμου, εκουβαρώνναν μες την καρδία της. Τζιαι τζείνη έσφιγγε τα μέσα της.

Χωρίς λυγμούς. Σαν πίνακας της αναγέννησης. Χρωματιστός, σιωπηλός, θλιμμένος.

Εσηκώθηκε πάνω τζιαι ακούμπησε την στον λαιμό. Εχάιδεψε τα μαλλιά της τζιαι εφίλησε την στα μάτια.

Με την αλμύρα του προσώπου της στο στόμα του. Εγύρισε την πλάτη του τζιαι άνοιξε την πόρτα. Φεύγοντας είπε της «Οι νεράιδες εννεν για τους θνητούς». Κατεβαίνοντας τες σκάλες, εσταμάτησε στην μέση. Έκατσε σε ένα σκαλί τζιαι έκλαψε με λυγμούς.

Όϊ όπως κλαίν οι ανεράδες.

 

Ο Ντελιβεράς

12 Οκτ

Επειδή κυκλοφορώ με την μοτόρα ως επι το πλείστον, η κίνηση της πόλης εν με επιρεάζει πολλά. Έχω το πλεονέκτημα να κινούμαι πιο γλήορα που τα αυτοκίνητα. Όσο παραπάνω τα αυτοκίνητα όμως, τόσο πιο μεγάλος τζιαι ο κίνδυνος να σε πατήσει κανένας αφηρημένος τζιαι βιαστικός οδηγός.

Ειδικά το πρωί που ούλλοι μουντάρουν να προλάβουν να παν δουλεία, οι δρόμοι της Λευκωσίας γίνουνται παλαίστρα. Όπως τζιαι να έσιει, η μοτόρα εν πάντα πιο βολική που το αυτοκίνητο, ειδικά μέσα στην πόλη. Δέκα λεπτά πάω δουλεία με την μοτόρα, ενώ με το αυτοκίνητο χρειάζουμαι τουλάχιστον εικοσιπέντε. Εξάλλου, τζιαι γνωριμίες πας την μοτόρα.

Εν αξιοσημείωτο το τι μπορεί να συμβεί μέσα στα δύο λεπτά που έσιεις στην διάθεση σου, ώσπου να ανάψει το πράσινο πας τα φώτα. Φτάννει να έσιεις έννοια να το δείς.

Ενα πρωί, λοιπόν είμουν πας τα φώτα του Γαβριηλίδη τζιαι επίεννα δουλεία.

Καλοκαίρι, κατα τις εννιά το πρωί. Την ώρα που αρκέφκει ο ήλιος να φκαίννει για τα καλά που την κρυψώνα του τζιαι η ζέστη της Λευκωσίας ξεκινά να δείχνει τα δόντια της. Η ώρα της ημέρας που μέσα σε δέκα λεπτά, η πρωινή δροσία γίνεται αφόρητος καύσωνας.

Στην διάβαση πεζών, εστάθηκε μια κοπέλλα.

Σάννα τζιαι εφκήκε που ταινία του Κουστουρίτσα.

Την ώρα που εξεκίνησε να διασταυρώνει, ούλλα αρκέψαν να κινούνται σε αργή κίνηση τζιαι που μακριά ακούετουν ένα σαξόφωνο σαννα τζιαι είμασταν σε μπάρ της Νέας Ορλεάνης. Το μόνο που εμίνησκε ήταν να σταματήσει στην μέση της διάβασης, να σάσει το τακκούνι της τζιαι να γυρίσει να κοιτάξει με νόημα, τον αρσενικό πλυθησμό της περιοχής που εσάστησε πάνω της.

Κάτι τέτοιο εν έγινε φυσικά. Άναψε πράσινο τζιαι αμέσως η μουσική εσταμάτησε, όπως το πικαπ που του τραβάς απότομα τον οδηγό. Οι οδηγοί, εθυμηθήκαν ότι πρέπει να παν δουλεία τζιαι αρκέψαν να μουγκρίζουν τες μηχανές τζιαι να παίζουν τες πουρούες για να βιαστεί.

Που να βουρήσει όμως η καημένη με το τακκούνι τζιαι το στενό το φόρεμα. Έκαμε ένα – δυο βιαστικά, φοιτσιασμένα τζιαι βιαστικά βήματα, τζιαι λλίο πριν να φτάσει στο άλλο πεζοδρόμιο εκουτσούφλησε τζιαι λλίο έλειψε να ξαπλώσει φαρδία, πλατία στον άσφαλτο.

Πριν να ξεκολλήσω που την σκηνή, τζιαι να παλάρω προς ολοταχώς στην καθημερινότητα μου, ακούω μια φωνή δίπλα μου. "Ήντα πράματα κάμνει ο θεός αμα έσιει όρεξη α;"

Ένας ντελιβεράς, με το τσιάρο στο στόμα τζιαι ένα χαμόγελο αλληλοκατανόησης, εκοίταζε με τζιαι επερίμενε απάντηση.

Στα επόμενα φώτα, εσταμάτησε δίπλα μου. Λαλεί μου "Εν τέλια πέλλοι ρε μες τουντη χώρα. Λλίο έλειψε να πατήσουν την κοπελλούα. Σκέφτου εμάς". Εχαμογέλασα τζιαι εσυμφώνησα.

Που τζείνη την μέρα, εγινήκαμε φίλοι. Όποτε ανταμωθούν τα φανάρκα μας, σιερεθκιούμαστε τζιαι χαμογελούμε σάννα τζιαι είμαστε παλιοί γνωστοί.

Σήμερα το πρωί, είδε με στα απέναντι φώτα τζιαι εφώναξε μου να γυρίσω να με σιερετήσει. Εν ξέρω καν το όνομα του. Απλά έτυχε να μοιραστούμε μια καθημερινή στιγμή στην πόλη που ζούμε.

Ζείς έτσι καταστάσεις μες το αυτοκίνητο σου; Εν ζεις. Έννε;

 

Άνοιξε, άνοιξε.

16 Σεπ

Εχτές άκουσα την Βάκια Σταύρου στο πρώην σινεμά Παλλάς.

Σε τούτο το τραούδι, εγεμώσαν τα μάθκια μου.

Έσιει χρόνια να με συγκινήσει, να με συνεπάρει οποιαδήποτε ερμηνεία.

Ακούστε το, τα λόγια εν περιττά.

 

Θυμάσαι φίλε;

06 Αυγ

Θυμάσαι φίλε;

Είπαμε ότι εν θα μεγαλώσουμε. Ότι εννα μείνουμε μια ζωή, οι ίδιοι, όπως τζείνη τη νύχτα που άψαμε τα πυροτεχνήματα, στο χωράφι δίπλα που το καλάθι του μπάσκετ. Έτσι..

Να μας μαγεύκουν τα χρώματα τζιαι να μαλλώνουμε για το ποίος εννα άψει το φυτίλλι. Τζιαι να περνούν που τον εγκέφαλο μας, μέσα σε δευτερόλεπτα, χιλίαδες σκέψεις για το πως εννα γίνει πίο εντυπωσιακή η νύχτα μας. Πως να εντυπωσιάσουμε ο ένας τον άλλο.

Θυμάσαι;

Βασιλίαες της γής.

Με τα κοντά μας παντελόνια τζιαι τα βρωμισμένα μας γόνατα. Με τες πληγές, ξεραμένες στους αγκώνες.

Χαμέ. Στο πορτοκαλί χώμα του δημοτικού δίπλα που τα σπίθκια μας. Πριν να το ασφαλτοστρώσουν. Πριν να κόψουν τον ευκάληπτο. Τζείνο που αγκαλίαζαμε κάθε μέρα, με τα κοντά μας χέρια.  Τζιαι μετά εκάμναμε σφυρίκτρες που τους καρπούς του.

Θυμάσαι φίλε;

Που επερπατούσαμε με τις ώρες. Για να πάμε να παίξουμε στες άλλες γειτονίες. Τζιαι λλίο πριν να ανάψουν τα φώτα του δρόμου, εξεκινούσαμε για το σπίτι. Με μια νάυλον σακκούλα με την μάππα μας μέσα.

Θυμάσαι φίλε;

Την αίσθηση της πέτρας πας τον κώλο σου;

Το ζεστό χώμα του καλοκαιριού, να τζυλά πάνω στα γυμνά σου πόθκια;

Τον ιδρώτα, στα δάκτυλα των ποθκίων σου, να κολλά πάνω στα δερμάτινα σάνταλα;

Την γεύση του νερού που το λάστιχο;

Την μυρωδία του ασφάλτου, όταν έππεφτες τζιαι εχτυπούσες;

Τα φαημένα, σιερούλια του BMX, πως ελίωναν το καλοκαίρι;

Θυμάσαι;

Τότε κανένας εν μας είπε για τα αποστηρωμένα γραφεία που θα εκαταλήγαμε.

Τζιαι αν μας το ελάλε εν θα τον επιστεύκαμε.

 

Ο Δημήτρης

07 Ιουλ

Μια νύχτα καθώς εκάθουμουν με παρέα, σε ένα μικρό εστιατόριο της Λήδρας, είδα δύο πρόσωπα να περνούν. Τζιαι οι δύο, που το μακρινό μου παρελθόν.
Η τελευταία φορά που τους είδα μαζί ήταν όταν ήμουν δημοτικό.
Ας τους πώ, Αντρέα τζιαι Δημήτρη.
Ο Δημήτρης, έσιει νοητική υστέρηση, ο Αντρέας, ο πατέρας του, φαίνεται ότι τζιαι τζείνος έσιει κάποιο παρόμοιο πρόβλημα.
Τον Δημήτρη θυμούμαι τον στο δημοτικό, ήταν δύο τάξεις πιο πίσω που εμένα.
Στην τετάρτη του δημοτικού, τότε που έμαθα την λέξη “καθυστερημένος”.
Ο Δημήτρης ο καθυστερημένος.
Επροσπάθησα να πίασω κουβέντα με τον Δημήτρη μια μέρα, να δώ τι ακριβώς είναι, πως σκέφτεται. Οι συμμαθητές μου επεριπαίζαν με ότι είμαι τζιαι εγώ καθυστερημένος επειδή έκατσα δίπλα του.
Μέσα που την ανωριμότητα τους, τα μωρά γίνουνται άγαρμπα. Εγώ απλά ήθελα να είμαι αποδεκτός τζιαι εσταμάτησα να τον πλησιάζω.
Ενας συμμαθητής μου, ο Πέτρος, επείραζε τον πολλά.
Έπιαννε του την κκελλέ του τζιαι έσφιγγε του την με ούλλην του τη δύναμη τζιαι ερώταν τον αν πονεί.
Ο Δημήτρης, απλά εγελούσε με τζείνο τον ιδιαίτερο τζιαι κατ’ εμάς αστείο τρόπο που γελούν τα άτομα με νοητική υστέρηση.
Προφανώς επειδή είσιεν την αίσθηση ότι επαίζαν τζιαι έκαμνε ότι εδιασκέδαζε το για να τον ικανοποιήσει.
Άλλες φορές έβαλλεν τον να φακκά την κκελλέ του πας τον τοίχο ή εγύριζε τον γυρώ-γυρώ κρατώντας τον που το σίερι τζιαι αμα τον εζάλιζε, έβαλλεν του κλάππα.
Ο Δημήτρης πάντα εγελούσε.
Μια φορά, είρτεν ο Αντρέας (ο παπάς του) στο σχολείο να κάμει παράπονο, επειδή ο Δημήτρης είπεν του τι του κάμνουν τα άλλα μωρά στο σχολείο.
Θυμούμαι ότι εν ήβρε το δίκαιο του με τους δασκάλους τζιαι επήε να έβρει τον Πέτρο, τον συμμαθητή μου, να του κάμει παρατήρηση.
Την επόμενη μέρα, ο Πέτρος εφουμίζετουν μας ότι ο παπάς του επήεν τζιαι ήβρε τον παπά του Δημήτρη τζιαι απείλησε τον ότι αν ξανακοντέψει του γιού του εννα τον κάμει μαύρο. Τζιαι επρόσθεσε με μίσος “Οι μαννο-καθυστερημένοι”.
Ο Δημήτρης τις προάλλες, ήταν διαφορετικός. Ήταν ήρεμος, αγέλαστος, σοβαρός.
Ο παπάς του γερασμένος. Εστάθηκε για λλίο έξω που το εστιατόριο τζιαι εμέτρησε κάτι ψιλά για να δώκει του Δημήτρη.
Μόλις τον είδα, εξεδιπλωθήκαν μες τον νού μου διάφορες αναμνήσεις. Σάννα τζιαι άνοιξε, στο πίσω μέρος του μυαλού μου, ένα μπαούλο που έκλεισα πριν χρόνια.
Οι αναμνήσεις, εφιλτραριστήκαν με την γνώση, με την ηθική, με την απλή λογική.
Τζιαι εγινήκαν ένα σύννεφο γκρίζο, γεμάτο τύψεις.
Το γεγονός ότι ήμουν μιτσής τζιαι εν εκαταλάβαινα τι εγίνετουν, ότι εν υπήρχε κάποιος να μας μιλήσει, να μας εξηγήσει, εν αλάφρυνε ούτε για ένα δευτερόλεπτο την συνείδηση μου.
Εγεμώσαν τα μάθκια μου.
Εν είχα την δύναμη να ζητήσω συγγνώμη, εγώ εν θα εμπορούσα να με συγχωρέσω.
Η φύση εστέρησε του κάποιες ικανότητες. Εμείς σαν κοινωνία, εγώ σαν άνθρωπος, εστερήσαμε του την αγάπη, την αποδοχή.
Εν ξέρω αν μας θυμάται ο Δημήτρης, αν μας εσυγχώρεσε ποττέ. Ξέρω ότι αξίζει μας να ζήσουμε με το βάρος των παιδικών μας σφαλμάτων.
Για να θυμούμαστε να μάθουμε των δικών μας κοπελλουθκίων, ότι ούλλοι χρειάζουνται αγάπη. Έστω τζιαι αν εμείς νομίζουμε ότι εν έχουν αντίληψη.

 

Βάλε τ’ασπρα σου.

07 Ιουλ

..γίνε κρίνο και βγές απο την γλάστρα σου..Black & White Lilly(1)

Μετά απο δύο χρόνια, είπα να αλλάξω ρούχα στο blog μου.

Βγάλαμε τα μαύρα και βάλαμε λευκά, σαν κρίνα.

Ελπίζω να σας αρέσει.

Αν πάλι όχι, με γειά σας, με χαρά σας.

Εμένα κάμνει μου.

 

Ο ταρίφας και η καμάρα.

12 Ιουν

Το Σαββατοκύριακο που πέρασε, ήμουν Θεσσαλονίκη.

Είχα πάει μια φορά πριν κάποια χρόνια τζιαι άρεσε μου. Έμεινα μια νύχτα θυμούμαι, τζιαι ήμουν με κάτι φίλους που την δουλεία μου τότε, καλαμαράες.

Τζείνο που μου είσιεν αρέσει παραπάνω που ούλλα, ήταν το φαΐ τους.

Πολλά φαγία, καλά φαγία τζιαι το σημαντικότερο, νόστιμα φαγία.

Που τότε, το αγαπημένο μου σιροπιαστό γλυκό, εν τα τρίγωνα πανοράματος ενώ το τσουρέκι τους, εν αρκετά ψηλά στις προτιμήσεις μου στα γλυκίσματα.

Όπως τζιαι να έσιει, πάντα εσκέφτουμουν να επιστρέψω για μια δεύτερη εμπειρία γαστρονομικών απολαύσεων.

Τούτη τη φορά επία με την κοπέλλα μου, που εσπούδαζε χρόνια Θεσσαλονική (τζιαι είναι είναι λίξισσα όπως εγώ) οπόταν είχα τζιαι κάποιο γνώστη της πόλης να με καθοδηγά.

Εν περιττό να αναφέρω ότι τέσσερις ημέρες ετρώαμε, όπως επίσης εν χρειάζεται να πώ ότι ούλλα όσα εφάμεν ήταν τόσο άψογα, σε σημείο που ακόμα τζιαι τωρά τρέχουν τα σάλια μου αμα τα σκέφτουμαι.

Το θέμα μου όμως έννεν τα φαγία της Θεσσαλονίκης.

Για ακόμα μια φορά είχα μια αξέχαστη εμπειρία με ένα Καλαμαρά ταξιτζή.

Μια εμπειρία που μου απόδειξε ξανά, ότι τζιαι οι Καλαμαράες αλλά τζιαι οι Κυπραίοι, πολλές φορές δηλώνουμε γνώστες τζιαι περήφανοι για κάποια πράματα, που στην πραγματικότητα έν έχουμε ιδέα.

Στο ταξί εμπήκαμε μαζί με ένα άλλο Κυπραίο, αιώνιο φοιτητή, που επίεννε για ακόμα μια φορά να δώκει εξετάσεις τα μαθήματα που έμεινε.

Ο ταξιτζής εξεκίνησε την κουβέντα με το που εκάτσαμε.

Τα κλασσικά των Καλαμαράων.

“Απο Κύπρο είσαστε;”, “Πηγα και εγώ και είναι πολύ ωραία”, “Έχετε πολλούς ξένους”, “Έρχονται πολλοί στους γάμους σας”, “Είσαστε πλούσιοι εσείς οι Κύπριοι” τζιαι ούλλα τα σχετικά.

Παλία ενοχλούσε με τούτο το τροπάριο που ξεκινούν οι Καλαμαράες, μόλις τους πεις ότι είσαι Κυπραίος.

Τωρά απλά ψυχαγωγεί με, επειδή όπως τζιαι τζεινοι έχουν στερεότυπα για εμάς, έτσι τζιαι εμείς έχουμε στερεότυπα για τζείνους τζιαι για ούλλους τους λαούς του κόσμου.

Μετά που καμπόσο πρήξιμο, τζιαι μετά που αφήκαμε τον ένα Κυπραίο σε κάποια άκρη της Θεσσαλονικής (διπλή ταρίφα), επεράσαμε δίπλα που την διάσημη καμάρα, την γνωστή αψίδα του Γαλέριου.

Εγώ ομολογώ ότι δεν είχα ιδέα τι είναι, οπόταν ερώτησα.

Του Καλαμαρά είπαμε του ότι η κοπέλλα μου ήταν Θεσσαλονίκη χρόνια ενω εμένα ήταν η δεύτερη μου φορά.

Η αντίδραση του ήταν να γυρίσει με ειρωνικό ύφος στην κοπέλλα μου τζιαι να της πει “Πρώτη φορά έρχεται το παιδί στην Θεσσαλονίκη;”.

Τζιαι μετά γυρίζει τζιαι λαλεί μου “Αυτή είναι η καμάρα της Θεσσαλονίκης.”

Χαίρω πολύ ρε κουμπάρε εμάχουμουν να του πώ, θωρώ την ότι εν καμάρα, έχουμε τζιαι εμείς στην Λάρνακα “Ναι, τι είναι ακριβώς όμως, ποιός την έκτισε και γιατί.” απαντώ του.

Σάννα τζιαι εκόλωσε νάκκο τζείνη την ώρα, αλλά μετα απο ένα λεπτό σκέψης, επροχώρησε να μου πεί τις ποιο συγχησμένες μαλακίες που του επεράσαν που το νού.

Ανάμεσα σε άλλα, είπε μου ότι έκτισαν οι Αρχαίοι Έλληνες το 1206 μ. Χ για να προστατευτούν που τον πόλεμο που είχαν με τον Ξέρξη τζιαι τους Πέρσες.

Μόνο των Λεωνίδα, τους 300 τζιαι τον Ιάσωνα με τους Αργοναύτες έμεινε να μου αναφέρει.

Αλλο λλίο είσιεν να μου πέι ότι έκτισεν την ο Θησέας για να παίζει βόλλευ με τον Ηρακλή.

Εγώ εκατάλαβα ότι εν είσιεν ιδέα, αφου η αψίδα εκαταλαβαινετουν ότι ήταν διακοσμητική τζιαι όχι κτίσμα πολέμου.

Επίσης το 1206 μ. Χ ο Ξέρξης θα έκλεινε 1600 χρόνων, αν εζούσε. Νομίζω θα ήταν νάκκο γέρος για να κάμνει επιθέσεις στην Ελλάδα.

Ο παρέας έκλεισε την κουβέντα με το θεικό “Το ξέρεις ότι εμείς οι Έλληνες έχουμε την ποιό αρχαία ιστορία μαζί με τους Κινέζους;”

Ενώ οι υπόλοιποι λαοί, εξεκινήσαν να υπάρχουν πριν καμία διακοσία χρόνια έννεν;

“Δεν πειράζει που δεν ξέρεις” λαλεί μου “και εγώ στο σχολείο στην ιστορία, δεν ήμουν και πολύ καλός”

Έφτασε στην άκρη της γλώσσας μου να του πώ ότι καταλάβεται, ότι στην ιστορία έν είσιεν υπόθεση αλλά εσκέφτηκα πως εν υπάρχει λόγος να συζητήσω μαζί του.

Απλά εγύρισα την κκελλέ μου έξω τζιαι εχάζευκα την πραγματικά πανέμορφη πριγκίπισσα του Θερμαϊκού.

Ο ταρίφας επήρεν μας τζιαι λάθος δρόμο, εχρέωσε μας τζιαι διπλάσια απο ότι έπρεπε τζιαι έπρισε μας τζιαι την κκελλέ μας. Είπεν μας την τζιαι πουπάνω ότι τάχα εν εξέραμε την ιστορία της πόλης του.

Το απίστευτο εν τούτο, οτι ενώ έν ήταν σίουρος για την ιστορία, αποφάσισε να μας πεί ότι μαλακία του εκατέβηκε τζιαι να μας ειρωνευτεί τζιόλας.

Εν κάτι που φαντάζουμαι να έκαμναν τζιαι Κυπραίοι στην θέση του. Απλά νομίζω ότι οι παραπάνω Κυπραίοι θα ελαλούσαν απλά ότι εν ξέρουν τζιαι να παραδεχτούν ότι εν φακκούν πέννα για τους παπαόροτσους.

Το κοινό μας χαρακτηριστικό εν ότι, ούλλοι μαζι Κυπραίοι – Καλαμαράες, είμαστε περήφανοι για πατρίδες, ιστορίες, θρησκείες, ομάδες, οικογένειες, τραουδίστριες τζιαι περιπτερούες, ενώ δεν κάμνουμε καν τον κόπο να μάθουμε λλία παραπάνω για τα πράματα που είμαστε περήφανοι.

Εν τζιαι λαλώ ότι εγώ ξέρω την ιστορία της Λευκωσίας πόξω τζιαι νεκατωτά, αλλά αν με ρωτήσει κανένας για τα τείχη ξέρω να του πώ πέντε πράματα.

Εν τα χαρακτηριστικά του Έλληνα, όπως τα περιγράφει ο Νίκος Δήμου.

“Ο Έλληνας…Γνωρίζει τα τετραπλάσια από αυτά που πραγματικά έμαθε. Αισθάνεται (και συναισθάνεται) τα πενταπλάσια από όσα πραγματικά νοιώθει…..”

Ευτυχώς που έννεν ούλλοι έτσι τζιαι έσιει κάποια πλάσματα που αντιλαμβάνουνται το βάρος της κληρονομίας τζιαι που πράττουν το ελάχιστο.

Να ψάχνουν, να διαβάζουν τζιαι να μαθαίνουν που την ιστορία, όχι απλά να εν υπερήφανοι για πράματα που καλα, καλά δεν γνωρίζουν.

Εν κατακλείδι, η Θεσσαλονίκη είναι μια πανέμορφη πόλη τζιαι αποφάσισα να την επισκέπτομαι ποιό συχνά.

Οι ανθρώποι εν ευγενικοί (όχι όπως σε κάποια άλλη σαρδελουπόλη της Ελλάδας), το φαί εν καλό, έχουν απίστευτα μνημεία τζιαι έσιει δρόμους να περπατήσεις τζιαι πράματα να δείς.

Απλά οι ταρίφες τους, μπορεί να μιλούν λλίο παραπάνω.

 

Η Ταμίας

04 Ιουν

Μπροστά μου στο ταμείο είσιεν δύο Κινέζουες.

Εγώ επήα να αγοράσω ζάχαρη τζιαι μέλι για την δουλεία, ήταν πρωί κατά τις 8:30. Στην μεγάλη υπεραγορά εν είσιεν πολλή κόσμο, ένα μόλις ταμείο ήταν ανοιχτό για να εξυπηρετεί τους πελάτες.

Η ταμίας, μια ξανθή γύρω στα 35, μάλλον ξένη τζιαι τζείνη. Εμιλούσε Ελληνικά με μια ιδιαίτερη τζιαι σπαστή προφορά, πρέπει να ήταν που χώρα του πρώην Ανατολικού μπλοκ.

Η ταμίας έδειχνε να βαρκέτε, που την ώρα που εκοντέψαν οι μιτσίες για να πλερώσουν. Μάλιστα εφώναζε της μαστόρισσας της, αστειώντας τζιαι κολλώντας, ότι έσιει που το πρωί που εν στο ταμείο τζιαι ότι θέλει διάλειμμα. Εφύσαν, εποφύσαν, ειδικά άμα με είδε εμένα που επήα τζιαι εστάθηκα πίσω που τες Κινέζες τζιαι στην συνέχεια τους υπόλοιπους που εσταθήκαν πίσω μου, λλίο έλειψε να μας πετάξει κανένα καλάθι πας την κκελλέ.

Τελειώνει το μέτρημα τον πραμάτων, «25 Ευρώ» λαλεί των Κινέζων. Έτυχε όμως να ξεχάσει στο καλάθι των κοπέλλων, ένα φακελλάκι με σούπα. Λαλεί της η Κινέζα «Φοργκότ δίς».

Ίντα έθελε η μαύρη τζιαι η σκοτεινή να της πει έτσι.

Γυρίζει θωρεί το φακελλάκι, θωρεί την Κινέζα, ξαναθωρεί το φακελλάκι, τσουτσουρίζει. Πιάννει το, χτυπά το στην ταμειακή τζιαι σύρνει της το μπροστά της.
Ολόισια το χαμόγελο της Κινέζας εχάθηκε.

«27.50» λαλεί η ταμίας. Φκάλλει τζιαι η Κινέζα ένα πενηνταεύρω να της δώσει.

Η ταμίας κλώθει την κκελλέ της με ειρωνεία τζιαι θωρεί την Κινεζού με ύφος, «Είσαι εσού πλάσμα να κραείς τζιαι πενηντάευρω;».
Λαλεί της «Γιού τόντ χάβ τζείντζ;», «Νόου» λαλεί της η μιτσία.

Άρκεψε να φωνάζει κάποιας Κυρίας Ευρούλλας, να έρτει να της ανοίξει το ταμείο για να αλλάξει το πενηντάευρω. Μόνο να την δέρει την Κινέζα έμεινε.

Η ουρά εν τω μεταξύ εμεγάλωνε τζιαι εγώ ήμουν ο επόμενος που θα ενευρίαζε μαζί του η ταμίας. Η διάθεση μου είσιεν χαλάσει που πολλά ποιο πριν όμως.

Ένας άνθρωπος εκατάφερε να χαλάσει την ημέρα των υπόλοιπων, είτε επειδή εβαρκέτουν να δουλέψει είτε επειδή εν του αρέσκει η δουλεία που κάμνει.
Εν κάτι που το κάμνουμε ούλλοι μας.

Κάτι πάει στραβά στην ζωή μας τζιαι φκάλλουμε το σε ούλλον τον υπόλοιπο κόσμο.

Σάννα τζιαι για κάποιο παράξενο λόγο, φταίει το σύμπαν που εμείς εν είμαστε ευχαριστημένοι με όσα έχουμε. Που αντί να θωρούμε τζείνους που εν σε σιειρόττερη μοίρα, θωρούμε μόνο όσους την έχουν καλύτερα που εμάς.

Πίσω που την ταμία, ούλλη την ώρα είσιεν ένα μεσήλικα, που εγέμωνε τις τσέντες. Ο μεσήλικας τούτος, είσιεν νοητική υστέρηση.

Μόλις επλέρωσα, έπιασε τα πράματα μου να τα βάλει στην τσέντα. Κατά λάθος έπιασε τζιαι ένα πράμα που του επόμενου. Ετράβησα το τζιαι έβαλα το πίσω.

Εγύρισε τζιαι είδε με μες τα μάθκια τζιαι εξαπόλυσε μου ένα που τα ποιο καλοσυνάτα τζιαι ποιο γλυτζία χαμόγελα που είδα ποττέ. Άπλωσε το σίερι του να σφίξει το δικό μου τζιαι εψέλλισε «Φιλούι μου». Εχαμογέλασα πίσω τζιαι συνειδητοποίησα ότι, ένα χαμόγελο, μια καλή κουβέντα, μπορεί να αλλάξει την ημέρα μου.

Κάποιοι άνθρωποι που εμείς θεωρούμε λιότερο ικανούς που εμάς, δείχνουν να εκτιμούν παραπάνω τζείνο που έχουν. Τζιαι να χαμογελούν ,την ώρα που εμείς νευριάζουμε.

Η ζωή μας είσιεν να εν ποιο όμορφη τζιαι ποιο εύκολη, αν εχαμογελούσαμε λλίο παραπάνω.