Εδώ
Εδώ, οι μέρες ταξιδεύουν σαν χελώνες νεκρές..
και ‘γω τρικλίζοντας τις ακολουθώ.
Εδώ, οι σκέψεις ζωντανεύουνε, ναύαγια, πυρκαγιές.
Καίγομ’ ολόκληρος, εδώ και ξανασβήνω, εδώ..
Εδώ, οι μέρες ταξιδεύουν σαν χελώνες νεκρές..
και ‘γω τρικλίζοντας τις ακολουθώ.
Εδώ, οι σκέψεις ζωντανεύουνε, ναύαγια, πυρκαγιές.
Καίγομ’ ολόκληρος, εδώ και ξανασβήνω, εδώ..
Λυπάμαι που δεν έγινα μια θάλασσα για σένα
Να με κοιτάς νοσταλγικά με τα μαλλιά βρεγμένα
Λυπάμαι που δεν έγινα Σαχάρα να ουρλιάζεις
Κάτω από τ’ άστρα από χαρά να κλαις, ν’ ανατριχιάζεις
Λυπάμαι που δεν έγινα βράχος να ξαποστάσεις
Βότσαλο αψηλάφητο να σκύψεις να το πιάσεις
Είναι που όλα ήρθαν αργά και πώς να συνηθίσω
Την άπειρή σου ομορφιά, τον τρυφερό σου ίσκιο
Είναι που όλα ήρθαν αργά και πώς να συνηθίσω
Την άπειρή σου ομορφιά μαράθηκα πριν ζήσω
Πολλούς θανάτους έζησα μα σαν κι αυτόν για σένα
Πολλούς θανάτους έζησα μα σαν κι αυτόν κανένα

Πολύ με πίκρανε η ζωή
Μακριά θα φύγω ένα πρωί
Θα ανέβω σ’ ένα αεροπλάνο
Να δω τον κόσμο από κει πάνω
Όταν κοιτάς από ψηλά, μοιάζει η γη με ζωγραφιά
και συ την πήρες σοβαρά, και συ την πήρες σοβαρά
Μοιάζουν τα σπίτια με σπιρτόκουτα
Μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι
Το μεγαλύτερο ανάκτορο
μοιάζει μ’ ένα μικρούλι τόπι
Κι όλοι αυτοί που σε πικράνανε
από ψηλά αν τους κοιτάξεις
θα σου φανούν τόσο ασήμαντοι
που στη στιγμή θα τούς ξεχάσεις
Αγαπημένη μου, μην κλαις, πάμε μαζί ψηλά, αν θες
Να δεις τη γη απ’ τη σελήνη, ένα φεγγάρι είναι και κείνη
Όταν κοιτάς από ψηλά, μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά
και συ τον πήρες σοβαρά, και συ τον πήρες σοβαρά
Μοιάζουν οι πύργοι με κουκλόσπιτα
και τα κανόνια με παιχνίδια
Από ψηλά δεν ξεχωρίζουνε
οι ομορφιές και τα στολίδια
Κι ό,τι σε πλήγωσε ή σε θάμπωσε, από ψηλά αν το κοιτάξεις
θα σου φανεί τόσο ασήμαντο, που στη στιγμή θα το ξεχάσεις
(Στην φωτογραφία, ο Ατλαντικός ωκεανός. Καθ’ οδον για Αμερική)
Με σιχαίνονται οι μέρες με σιχαίνονται
με κοιτάνε σαν να βλέπουν κάποιο τέρας
κι όλες τρέχουνε Θεέ μου, κι όλες τρέχουνε
όλες τρέχουνε να κρυφτούνε από μένα…
Με σιχαίνονται κι οι νύχτες με σιχαίνονται
με κλωτσάνε έξω από τα ωραία τους λημέρια
κι όλα καίγονται Θεέ μου, όλα καίγονται
όλα καίγονται μαζί με μένα…
Όταν χαράζει o πρώτος στεναγμός
βγαίνει απ’ τα πιο σφιγμένα χείλη
σαν πεταλούδα στην κάμαρη πετά
ψάχνοντας άνοιγμα να φύγει
Αν είσαι μόνος αν είσ’ αδύναμος
η χαραυγή θα σε ξεκάνει
Έχει το μύρο έχει τη σιγαλιά
έχει τον ήλιο τον αλάνη
Καινούρια μέρα καινούριος ποταμός
στις εκβολές του θα προσφέρει
όσα χαθήκαν όσα ξεχάστηκαν
κι όσα γι’ αυτά κανείς δεν ξέρει
Πίσω απ’ τους λόφους πίσω απ’ τα βλέφαρα
υπάρχει τόπος και για σένα
Χωρίς Βαστίλλη χωρίς ανάθεμα
χωρίς τα χείλη τα σφιγμένα
Σήμερα εσκέφτηκα τους στίχους του τραγουδιού «Το σχολείο των Στρούμφ». Τελικά έσιη πολλή αντίδραση μέσα το τραγούδι, έστω τζιαι αν είναι παιδικό.
Ξεχωρίζω τα «Σχολείο σημαίνει φυλακή», «Μάθημα ανάθεμα» και «Θέλετε να κλείσει το σχολείο; Εδώ και τώρα».
Οι στίχοι παρακάτω (στοίχημα ότι εννα αρκέψετε να σιγοτραγουδάτε το «λαλαλαλαλαλαλα» του ρεφραίν σε λλίο)
- Εμπρός Στρουμφς, γρήγορα στις τάξεις σας για μάθημα
Λα-λα-λα…
- Έτοιμοι, αρχίζουμε
- Μάγκες τη στρουμφίζουμε
- Βγάλτε τα βιβλία σας
- Σώστε την υγεία σας
- Διάβασες το μάθημα
- Μάθημα ανάθεμα
- Εργασία και χαρά
- Στρουμφ σημαίνει ξεγνοιασιά
- Τι ήταν οι αρχαίοι θεοί
- Το Σάββατο και η Κυριακή
Δευτέρα κάτι έχω
την Τρίτη δεν αντέχω
Τετάρτη πώς βαριέμαι
την Πέμπτη δεν κρατιέμαι
Παρασκευή πρωί
λα-λα-λα λα-λα λα-λα
απ’ όλες τις ημέρες
η Κυριακή μ’ αρέσει
Πως πρέπει να γεμώσουμε τελικά, τα όφκιερα κομμάθκια που μας αφήνει η ζωή που ζούμε;
Τα συναισθηματικά κενά, που φοούμαστε ή αγνοούμε τζιαι εν συμπληρώνουμε ποττέ..
Να αγοράσουμε νέο αυτοκίνητο;
Να δουλέψουμε ως το πρωί;
Να φυλάξουμε λίρες στην τράπεζα;
Να γεμώσουμε χαρκία, πτυχία, πιστοποιητικά, αναγνωρίση;
Να μεν ξεκουραστούμε ως που να πεθάνουμε..
Με την ράσιη μας γυρισμένη στον τοίχο που κτίζουμε γυρώ μας μέρα με τη μέρα..
What shall we do to fill the empty spaces
Where waves of hunger roar?
Shall we set out across the sea of faces
In search of more and more applause?
Shall we buy a new guitar?
Shall we drive a more powerful car?
Shall we work straight through the night?
Shall we get into fights?
Leave the lights on?
Drop bombs?
Do tours of the east?
contract diseases?
Bury bones?
Break up homes? Send flowers by phone?
Take to drink?
Go to shrinks?
Give up meat?
Rarely sleep? Keep people as pets?
Train dogs?
Race rats?
Fill the attic with cash?
Bury treasure?
Store up leisure?
But never relax at all
With our backs to the wall
Aπο την ταινία The Wall, των Pink Floyd και Alan Parker
Κάποιες φορές, απλά εν ελέγχεις τον εαυτό σου.
Γίνεσαι δύο, τζιαι τρία, τζιαι τέσσερα διαφορετικά κομμάθκια. Που το καθένα έσιη δική του βούληση, δική του γνώμη, λειτουργά αυτόνομα..
Πως τα ελέγχεις;
Πως τα βάλλεις σε τάξη;
‘Απλωνα στα σύννεφα την τσόχα και με μιας
έναν αιώνα κέρδιζα ποντάροντας μιαν ώρα
τώρα θυμώνω, ξεφυσώ και όλο ρωτώ
που σταματάει αυτή η άγρια κατηφόρα…
So, so you think you can tell Heaven from Hell,
blue skies from pain.
Can you tell a green field from a cold steel rail?
A smile from a veil?
Do you think you can tell?
And did they get you to trade your heroes for ghosts?
Hot ashes for trees?
Hot air for a cool breeze?
Cold comfort for change?
And did you exchange a walk on part in the war for a lead role in a cage?
How I wish, how I wish you were here.
We’re just two lost souls swimming in a fish bowl, year after year,
Running over the same old ground.
What have you found? The same old fears.
Wish you were here.
| Wish you were here (taken from «Pulse Live») |
Ήθελα να μαι η αφή στην άκρη των δακτύλων σου
ό,τι αγγίζεις, να χει κάτι κι από μένα
Να μαι τη νύχτα η φωνή χαμένων φίλων σου
που λεν τραγούδια παλιά κι αγαπημένα Read more…
Τελευταία Σχόλια